Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Τα φαντάσματα της ελίτσας και το φάντασμα του γάμου - κατά Javier Marìas



Βλέποντας ότι η περί φαντασμάτων ανάρτηση της ελίτσας άνοιξε την όρεξη για κουβέντα, είπα να σας αντιγράψω κάποιες αρκετούτσικες γραμμές από το μυθιστόρημα του Javier Marìas "Καρδιά τόσο άσπρη", γραμμές και ιδέες κάπως αιρετικές γαι το θεσμό του γάμου, μήπως και διατηρήσουμε την όρεξή μας για ανταλλαγή απόψεων.
Με τον ισπανό Javier Marìas είχαμε ασχοληθεί και παλιότερα στο μπλογκ μας, οπότε παρακάμπτουμε την κριτική και την παρουσίαση του βιβλίου και παραθέτουμε κατευθείαν το απόσπασμα:

« Από τότε που σύναψα το γάμο ( και αυτό είναι ένα ρήμα σε αχρηστία, αλλά πολύ παραστατικό και χρήσιμο) άρχισα να έχω ένα σωρό προαισθήματα καταστροφής, προαισθήματα όμοια μ’ εκείνα που σου προκαλεί μια απ’ αυτές τις αρρώστιες από τις οποίες ποτέ δεν ξέρεις με βεβαιότητα πότε θα θεραπευτείς. Η έκφραση αλλάζω κατάσταση, που συνήθως τη χρησιμοποιούμε με ελαφρότητα και γι’ αυτό δε λέει και πάρα πολλά, είναι αυτή που μου φαίνεται πιο κατάλληλη και ακριβής για την περίπτωσή μου, και της προσδίδω βαρύτητα, αντίθετα με ό,τι συνηθίζεται. Με τον ίδιο τρόπο που μια αρρώστια αλλάζει τόσο την κατάστασή μας ώστε μας αναγκάζει μερικές φορές να διακόψουμε τα πάντα και να κρεβατωθούμε ατέλειωτες μέρες και να βλέπουμε πια τον κόσμο μονάχα από το μαξιλάρι μας, έτσι και ο γάμος μου ήρθε να καταργήσει τις συνήθειές μου και ακόμη και τις πεποιθήσεις μου και, γεγονός πιο αποφασιστικής σημασίας, μέχρι και τη θεώρησή μου για τον κόσμο. Ίσως επειδή ήταν ένας γάμος κάπως όψιμος, ήμουν τριάντα τεσσάρων χρόνων όταν τον σύναψα. (…)


Αυτή η αλλαγή κατάστασης, όπως και η αρρώστια, έχει ανυπολόγιστες συνέπειες και διακόπτει τα πάντα, ή τουλάχιστον δεν επιτρέπει σε τίποτα να συνεχίσει να είναι όπως πριν: δεν μας επιτρέπει, για παράδειγμα, μετά τη βραδινή έξοδο για φαγητό ή για σινεμά να πάει ο καθένας στο σπίτι του και να χωρίσουμε, κι εγώ με το αυτοκίνητο ή μ’ ένα ταξί ν’ αφήσω τη Λουΐσα στην πόρτα του σπιτιού της κι ύστερα, αφού θα την έχω αφήσει, να κάνω μόνος μου μια βόλτα στους μισοάδειους και πάντα καταβρεγμένους δρόμους, και φυσικά να σκέφτομαι εκείνη και το μέλλον, μόνος μου, στο δρόμο για το σπίτι μου. Μετά το γάμο, βγαίνοντας από το σινεμά, τα βήματα κατευθύνονται μαζί προς το ίδιο μέρος ( αντηχώντας χωρίς συγχρονισμό, γιατί τώρα πια είναι τέσσερα τα πόδια που περπατούν), όχι όμως επειδή έχω αποφασίσει να τη συνοδέψω ούτε καν επειδή το συνηθίζω και μου φαίνεται σωστό και ευγενικό να το κάνω, αλλά επειδή τώρα τα πόδια δεν διστάζουν πάνω στο υγρό οδόστρωμα ούτε το σκέφτονται ούτε αλλάζουν γνώμη ούτε μπορούν να το μετανιώσουν ούτε καν να επιλέξουν: τώρα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πάμε στο ίδιο μέρος, είτε το θέλουμε είτε όχι απόψε, ή ίσως να ήταν χτες το βράδυ που εγώ δεν ήθελα (…)

Αυτή η αλλαγή, λοιπόν, δεν αφήνει να συνεχίσει τίποτα να είναι όπως πριν, πολύ περισσότερο αν, όπως συμβαίνει συνήθως, έχει προαναγγελθεί από μια κοινή προσπάθεια, η κυριότερη δυνατή έκφραση της οποίας είναι η επιτηδευμένη προετοιμασία ενός κοινού σπιτιού, που δεν υπήρχε πριν ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον, αλλά που πρέπει να εγκαινιαστεί και από τους δύο, επιτηδευμένα. Σ’ αυτή την ίδια συνήθεια ή την πρακτική, πολύ διαδεδομένη απ’ όσο ξέρω, βρίσκεται η απόδειξη ότι στην πραγματικότητα, από τη στιγμή της σύναψης του γάμου, οι δύο συμβαλλόμενοι απαιτούν μια αμοιβαία κατάργηση ή εκμηδένιση, την κατάργηση εκείνου που ο καθένας υπήρξε και εκείνου που ο καθένας ερωτεύτηκε ή του οποίου είδε τα προτερήματα, μια και δεν προηγείται πάντοτε ο έρωτας, μερικές φορές ακολουθεί, άλλες φορές πάλι δεν συμβαίνει ούτε μετά ούτε πριν. Δεν είναι δυνατό να συμβεί. Η εκμηδένιση του καθενός, εκείνου που ο άλλος γνώρισε, εκείνου με τον οποίο δημιούργησε μια σχέση και τον οποίο αγάπησε, φέρνει μαζί της την εξαφάνιση των σπιτιών και των δύο, ή συμβολίζεται μ’ αυτήν. Έτσι λοιπόν, δυο άνθρωποι που είχαν τη συνήθεια να υπάρχει ο καθένας για τον εαυτό του και να είναι ο καθένας σε άλλο χώρο, να ξυπνάει ο καθένας μόνος του και πολύ συχνά να πλαγιάζει κιόλας μόνος του, βρίσκονται αίφνης τεχνητά ενωμένοι στον ύπνο και στο ξύπνημά τους, ή καθώς περπατούν στους μισοάδειους δρόμους στην ίδια κατεύθυνση ή ανεβαίνουν μαζί στο ασανσέρ, όχι πια ο ένας ως επισκέπτης κι ο άλλος ως οικοδεσπότης, ούτε πηγαίνοντας ο ένας να πάρει τον άλλον ή αυτός κατεβαίνοντας για να συναντήσει εκείνον, που περιμένει στο αυτοκίνητο ή δίπλα σ’ ένα ταξί, αλλά και οι δυο μαζί χωρίς επιλογή, με μερικά δωμάτια και ένα ασανσέρ κι ένα κατώφλι που δεν ανήκαν σε κανέναν και τώρα ανήκουν και στους δύο, μ’ ένα κοινό μαξιλάρι για το οποίο είναι πια αναγκασμένοι να μαλώνουν μέσα στον ύπνο τους και από το οποίο, ακριβώς όπως ο άρρωστος, θα καταλήξουν κι αυτοί να βλέπουν τον κόσμο». ( σελ. 16-19)

(Pieter Breugel, χωριάτικος γάμος, 1568)

Και μια μέρα πριν το γάμο του, ο αφηγητής του Javier Marìas αναλογίζεται:


« Από αύριο, και φαντάζομαι για πολλά χρόνια, δεν θα μπορώ να επιθυμώ να δω τη Λουΐσα, γιατί θα τη βλέπω μόλις ανοίγω τα μάτια μου. Δεν θα μπορώ ν’ αναρωτιέμαι τι διάθεση θα έχει σήμερα ούτε πώς θα είναι ντυμένη, γιατί θα βλέπω το πρόσωπό της από την αρχή της μέρας και ίσως θα τη βλέπω να ντύνεται, μπορεί ακόμα και να ντύνεται όπως εγώ θα της ζητάω, αν της λέω τις προτιμήσεις μου. Από αύριο δεν θα υπάρχουν οι μικρές άγνωστες λεπτομέρειες που εδώ κι ένα χρόνο σχεδόν γέμιζαν τις μέρες μου, που μ’ έκαναν να ζω αυτές τις μέρες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δηλαδή σε μια κατάσταση αόριστης αναμονής και αόριστης άγνοιας. Θα ξέρω πάρα πολλά, θα ξέρω περισσότερα απ’ όσα θέλω να ξέρω για τη Λουΐσα, θα έχω μπροστά μου ό,τι μ’ ενδιαφέρει από κείνη και ό,τι δεν μ’ ενδιαφέρει, δεν θα έχω πια δυνατότητα επιλογής ή εκλογής, την πιο ασήμαντη, την ελάχιστη καθημερινή εκλογή που σήμαινε να τηλεφωνηθούμε, να κανονίσουμε ραντεβού, να συναντηθούμε με τα μάτια του ενός να ψάχνουν τον άλλο στην είσοδο του κινηματογράφου ή ανάμεσα στα τραπέζια ενός εστιατορίου, ή πάλι ο ένας να ετοιμάζεται και να ξεκινά να επισκεφτεί τον άλλον. Δεν θα βλέπω το αποτέλεσμα, αλλά τη διαδικασία, που ίσως να μη μ’ ενδιαφέρει. Δεν ξέρω αν θέλω να βλέπω πώς βάζει το καλσόν της και πώς το στερεώνει στη μέση και στους γοφούς, ούτε να ξέρω πόση ώρα περνάει στο μπάνιο το πρωί, αν βάζει κρέμες για να κοιμηθεί ή τι διάθεση έχει όταν ξυπνάει και με βλέπει δίπλα της. Νομίζω πως τις νύχτες δεν θέλω να τη βρίσκω κάτω από τα σεντόνια με νυχτικό ή με πιτζάμες, αντίθετα θέλω να τη γδύνω βγάζοντάς της τα ρούχα του δρόμου, να της αφαιρώ την εμφάνιση που είχε ολόκληρη τη μέρα, όχι αυτή που μόλις θα έχει αποκτήσει μπροστά μου, ενώ θα είμαστε μόνοι στο δωμάτιό μας, ίσως γυρίζοντάς μου την πλάτη. Νομίζω πως δεν θέλω αυτή την ενδιάμεση φάση, όπως επίσης δεν θέλω μάλλον να ξέρω και πολύ καλά ποια είναι τα ελαττώματά της, ούτε να μάθω υποχρεωτικά αυτά που πρόκειται να αποκτήσει καθώς θα περνούν οι μήνες και τα χρόνια, αυτά που αγνοούν οι άλλοι που θα τη βλέπουν, που θα μας βλέπουν. Νομίζω πως επίσης δεν θέλω να χρησιμοποιώ το εμείς, να λέω πήγαμε ή θα αγοράσουμε ένα πιάνο ή θα κάνουμε παιδί ή έχουμε μια γάτα». ( σελ 94-5)
(Pieter Breugel, χορός σε χωριάτικο γάμο, 1607)

Λοιπόν, καλά μας τα λέει ο εμμονικός αφηγητής του κ. Javier Marìas;;

2 σχόλια:

  1. Μια χαρά τα λέει ο αφηγητής.
    Και λίγα λέει.
    Και που να κάνουν και παιδί...
    Τότε θα δουν τη γλύκα!
    Χοχοχοχο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χμμμ.... Δύσκολη η απάντηση...
    Λοιπόν ας τα πάρουμε απ' την αρχή τα πράγματα:
    Η αλήθεια είναι ότι ο γάμος είναι ένα είδος συμβιβασμού. ΌπΟπως και όλες οι σχέσεις όμως. Είτε ειναι ερωτικές είτε φιλικές είτε οικογενειακές. Όμως απ΄τη στιγμή που επιλέγεις να μπεις σε μια σχέση και να ΄σαι σ΄αυτήν ολοκληρωτικά, αυτό το ' χεις αποδεχτεί. Το ξέρεις από πριν ότι θα γυρίζετε μαζί σπίτι,θα βλέπεις τον άλλο πως είναι όταν ξυπνάει, όταν ετοιμάζεται κ.λπ. Ίσως λοιπόν ο συγγραφέας να μη θέλει να είναι παρών σ' όλα αυτά, γιατί δε θέλει να χαθεί μέσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας. Ίσως φοβάται τη δύναμη της συνήθειας, που πολλές φορές γίνεται επικίνδυνη και για να το συνδέσω με τα φαμτάσματα που αναφέρθηκαν, είναι αυτή που δεν αφήνει τα όποια φαντάσματα να φύγουν, γιατί πολύ απλά συνηθίζουμε στην όποια κατάσταση και φοβόμαστε την αλλαγή. Φοβόμαστε να "αλλάξουμε κατάσταση". Συνεπώς φοβόμαστε την όποια δέσμευση, γιατί η δέσμευση συνοδεύεται με την αλλαγή και μακροπρόθεσμα με τη συνήθεια.
    Απ΄την άλλη πλευρά όμως όταν είσαι με κάποιον τότε αυτόματα δεν σε νοιάζει να βλεπεις τον άλλον ακόμα κι όταν είναι στις "μαύρες" του ή όταν για κάποιο λόγο βγαίνουν στην επιφάνειά του τα ελαττώματα του. Άλλωστε είσαι μαζί του σ' όλα όταν δε θες να είσαι σ' όλα φέρεσαι θα έλεγα λίγο εγωσιστικά.
    Αυτά από μένα ως πρώτες σκέψεις.. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Το ιστολόγιό μας στοχεύει στη συμμετοχή, τη συζήτηση, την ανταλλαγή, την έκφραση απόψεων και ιδεών, γι' αυτό και τα σχόλιά σας είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτα:-)