Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Σχόλιο για την επιστροφή - με τη συνδρομή του βιβλίου του Σωτήρη Δημητρίου " Σαν το λίγο το νερό"(εκδ. Ελληνικά γράμματα)



Επιστρέψαμε οι περισσότεροι από τις πασχαλινές μας εξορμήσεις. Πέρα από τα άλλα, ένα είναι σίγουρο. Βρεθήκαμε πιο κοντά στη φύση. Και οι περισσότεροι, υποθέτω, θα αισθανθήκαμε καθαρτήρια την επαφή μαζί της. Δύσκολα θα αποφύγαμε τις συγκρίσεις, τις σκέψεις και τα διλήμματα, τις συζητήσεις του τύπου"θα μπορούσες να ζήσεις για πάντα εδώ;" κλπ.
Συνέπεσε να διαβάζω τις μέρες αυτές το τελευταίο βιβλίο του ηπειρώτη
Σωτήρη Δημητρίου " Σαν το λίγο το νερό".
Στο βιβλίο αυτό αφηγητής είναι η…ψυχή ενός ανθρώπου που έζησε τη ζωή του από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, πρώτα σ' ένα ηπειρώτικο χωριό και μετά στην πρωτεύουσα, και που τώρα, μετά θάνατον, ίπταται, παρατηρεί, θυμάται, σχολιάζει. Έτσι, ένα πολύ μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στην αντιπαραβολή του "χωριανικού τρόπου ζωής" και του τρόπου της ζωής στη μεγαλούπολη των αρχών του 21ου αιώνα.
Με μια γλώσσα ζωντανή, ρέουσα, λαγαρή, ολόδροση, χαρακτηριστικό άλλωστε του συγγραφέα κι από τα προηγούμενά του βιβλία, εκθειάζεται, υμνείται - με κάποια ίσως υπερβολή κιόλας - ο πρώτος, καταδικάζεται ο δεύτερος. Ανάμεσα στην αντιπαραβολή αυτή, εμφανίζονται και οι αιτίες της έκπτωσης του "χωριανικού τρόπου" των ανθρώπων στην απροσωπία των πόλεων: η εθνική παιδεία, η αστυφιλία, ο καταναλωτισμός, η παγκοσμιοποίηση.

Λίγα αποσπάσματα παραθέτουμε εδώ, από το πρώτο κυρίως κομμάτι, τη ζωή του χωριού τα παλιότερα χρόνια, στιγμές απ' αυτή και κρίσεις γι'αυτή. Σε επόμενη ανάρτηση επιφυλασσόμαστε να συμπληρώσουμε και για το δεύτερο - τις όψεις του σύγχρονου τρόπου ζωής.

" Τα πιο πολλά πράγματα - με δυσκολία βέβαια - τα έφτιαχναν μόνοι τους. Αλλά αυτή η δυσκολία τούς έμαθε να ξεχωρίζουν το σημαντικό και το απαραίτητο και ενστάλαζε στα αντικείμενα αφοσιωμένον χρόνο"


"Τα σπίτια τους παιγνιωδώς ενταγμένα στην φύση -με υλικά παρμένα απ' τον περίγυρο- δεν την επισκίαζαν(…)Το σπίτι τους ήταν ως μέγεθος στην ανθρώπινη κλίμακα. Σπίτι όσο χωρείς και χωράφι όσο θωρείς, έλεγαν. Εντούτοις είχαν απλοχώρια και γιατί δεν είχαν περίσσια πράγματα και γιατί τα πρόσωπα εγκολπώνονταν το ένα το άλλο, δεν προσέκρουαν ακόμα οι ατομικότητες."


"Ούτε έπασχαν οι χωριανικοί άνθρωποι από αχορτασιά. Σαν να ήξεραν ότι η κατώτερη σχέση που μπορούμε να έχουμε με την φύση είναι η επιθυμία χρησιμοποίησής της.(…)Κάλλια να ξέρεις πέρι να'χεις, λέγανε για τα ιδιωτικά πλούτη. Όμως ήταν μεγάλη τιμή και όνειρο ζωής να φτιάξουν το λαμπρό σχολείο στο χωριό τους ή την ευείδωτη εκκλησία."

"Αλλά και η γιορτή με το καθημερινό, η ανάπαυλα με τον κάματο, το σύνηθες με το ιδιαίτερο, αποτελούσαν μια αρραγή ολότητα. Δεν ήταν διακριτή καμιά όψη της ζωής, αλλά όλες χωνεμένες η μια στην άλλη. Δεν δούλευαν, ούτε αναπαυόντουσαν, απλώς ζούσαν."

"Φαίνεται πως η εξωτερική στέρηση -στέρηση με το χυδαίο νόημα του ακόρεστου ατομιστή- η εξωτερική δυσκολία εν πάση περιπτώσει, συμβάδιζε με την εσωτερική ευδία. Ξεσουμπέκιαστη ζωή, όπως έλεγαν για την απουσία του άγχους"


Αυτός ο χωριανικός τρόπος εκπίπτει, κατά το συγγραφέα, με την παγίωση του νεοελληνικού κράτους και μέσα από την εθνική εκπαίδευση, καθώς γλώσσα και τρόπος ζωής πάνε μαζί:

"Με την παγίωση του νεοελληνικού κράτους τα χωριά σιγά-σιγά έπαψαν να δημιουργούν πολιτισμό. Κατ' αρχάς με την εθνική εκπαίδευση η οποία περιφρόνησε βαθύτατα την μητρική γλώσσα και τους γλωσσικούς τρόπους των χωρικών. Δεν φυτεύει η εκπαίδευση λέξεις· μάλλον ξεριζώνει αυτές που φυτεύει η ζωή.(…) Η ξένη -κατ' ουσίαν- γλώσσα των σχολείων μάρανε σιγά - σιγά τον ανθοβολώνα της αβίαστης γλωσσικής παραγωγής.(…) Στις πόλεις η γλώσσα, στερούμενη τις πηγές της, ρήχυνε. Ρηχή γλώσσα -κι ας είχε όση έκταση ήθελαν με την επίκτητη γνώση της εκπαιδεύσεως- σήμαινε και επισφαλή ψυχική και διανοητική υγεία -δεν υπήρχε γνήσια αντιστοιχία συναισθήματος, σκέψεως και εκφοράς- σήμαινε και λησμονιά των τρόπων τους, σήμαινε και λιγότερα αναχώματα προς τη χειραγώγηση, σήμαινε λιγότερο παιχνίδι και νοστιμιά στην κύρια ψυχαγωγία του ανθρώπου που είναι ο γλωσσικός τρόπος του άλλου, σήμαινε λιγότερες διηγήσεις και λιγότερη διάθεση γι' αυτές, σήμαινε τέλος φτενότερο στρώμα ψυχικής υποδοχής της ζωής."

Η ανάγνωση του βιβλίου του Δημητρίου, λοιπόν, αυτές τις μέρες που συνομιλήσαμε με τη φύση, έθρεψε τη νοσταλγία για ό,τι λησμονούμε ζώντας στις πόλεις, επίμονα μας κράτησε κοντά σε αξίες που τείνουμε να παραγνωρίζουμε, έπαιξε με τη μελαγχολία της επιστροφής στο άστυ.

Εσείς; Μπλέξατε στην περιπέτεια ανάλογων συγκρίσεων; Τι έδειξε η ζυγαριά σας;

11 σχόλια:

  1. ..Καλώς τον κ. Μάνεση με τα καλούδια του :)
    Πολλές οι σκέψεις αυτήν την εποχή Διονύση και σίγουρα κάποιες σχετικές με αυτές που λες.. Αλλά μη περιμένεις απάντηση από εμένα. Καθότι διχασμένη ;) καλησπέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. καλώς ήρθατε και χρόνια πολλά. η απάντηση βγαίνει αβίαστα ίσως λόγω της εποχής και των καταστάσεων. Αυτή λοιπόν την εποχή αν και στα αποκορύφωμα της αλλεργίας μου, ευχαρίστως θα αντάλλαζα την θέση μου στην μεγαλούπολη μια αντίστοιχη στην επαρχία. είναι νομίζω θέμα ποιότητας ζωής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλώς όρισες Διονύση, Χρόνια Πολλά!
    Η επεφή με η φύση είναι πράγματι λυτρωτική, κατευναστική, θεραπευτική.
    Έχοντας όμως, ζήσει και στην επαρχία - Γύθειο- για τρια χρόνια, νομίζω ότι θα δήλωνα "εραστής της πόλης" , αλλά μιας πόλης ανθρώπινης, που σε σέβεται και τη σέβεσαι και συ.
    Εκείνο που εμένα με "στένεψε" , μετά τον πρώτο χρόνο είναι η έλλειψη επιλογών,όπως τουλάχιστον τις εννοώ, καθώς και ενας περιορισμός του ζωτικού χώρου και της ιδιωτικής ζωής σε μια κοινωνία μικρή, που σε ξέρουν όλοι.
    Το καθετί έχει το τίμημα του..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ειρήνη Λιβανού23 Απριλίου 2009 - 8:34 μ.μ.

    Διονύση, καλωσόρισες!
    Μας βάζεις δύσκολα και μάλιστα σε μια εποχή και σε μια χρονική στιγμή - άρτι αφιχθείσα κι εγώ από μια φύση μαγευτική - που δεν μπορούμε να είμαστε αντικειμενικοί.
    Το σίγουρο είναι ότι μόλις μας δοθεί η ευκαιρία εγκαταλείπουμε την πόλη με μεγάλη ευχαρίστηση και απολαμβάνουμε με όλες μας τις αισθήσεις τις ομορφιές της φύσης.
    Η Κική Δημουλά όταν τη ρώτησαν τι της αρέσει περισσότερο είπε πως είναι νοσταλγός της φύσης και πως όταν βρεθεί κοντά της μεγαλοποιεί και την τσουκνίδα, ωστόσο επειδή είναι άνθρωπος της πόλης δεν θα μπορούσε να ζήσει μόνο στη φύση.
    Η Στέλλα, νομίζω, βάζει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. roadartist,

    Χαίρετε, χαίρετε! Σαν το παλιό τραγουδάκι " θα χαρώ πως θα τα μπλέξω, απ' την Κοκό και την Κική ποια να διαλέξω/την Κική την αγαπώ, μα μ'αρέσει κι η Κόκό" (!), ε;
    Καλώς ήρθαμε. :-)

    vaggelis

    Γεια σου, Βαγγέλη,
    Πώς άραγε θέτουμε τα κριτήρια της ποιότητας ζωής, είναι ένα θέμα, αφού καλά τα λέμε εσύ κι εγώ, αλλά κι οι δυο μας στην Αθήνα κατοικούμε..

    Στέλλα,

    Μετά τεραστίας χαράς σας ξαναβρίσκω.
    Τι ωραία που το θέτεις στο τέλος: " Καθετί έχει και το τίμημά του." Και, βέβαια, από κει και πέρα λόγο έχουν οι προσωπικές ιεραρχήσεις κι ανάγκες.
    Κι εγώ, παιδί της πόλης, μπόρεσα να δω, δέκα χρόνια στην επαρχία, τις πλευρές που αναφέρεις και προβληματίζουν. Πάντως, όπως λέει κι η roadartist, "κι αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα..."

    Ειρήνη,

    Βρε πειραιωτάκι, καλώς σε ξαναβρίσκουμε! Κοπάνα κι εσύ, ε; Μαγεμένη κι εσύ, ε; Υποκειμενική κι εσύ; Εμ,"μάγεμα η φύση κι όνειρο, στην ομορφιά και χάρη", που λέει κι ο συμπατριώτης..Εύκολα γλιτώνουμε απ' τα θέλγητρα;
    Καλές ανάσες, Ειρήνη, πριν την τελική ευθεία..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Διονύση, χαιρετώ και εύχομαι καλή δύναμη στο τελευταίο γύρο της χρονιάς. Δυο λόγια να πω για το βιβλίο του Δημητρίου. Δε μου άρεσε για πολλούς λόγους: Δεν είχε ξεκάθαρη άποψη για τη γλώσσα, αφού ανακάτευε δημοτική με λόγιους τύπους εντελώς αταίριαστους. Δε μου άρεσε το εύρημα του δήθεν νεκρού που βλέπει από ψηλά. Οι αναφορές-νύξεις που κάνει δεν πείθουν. Δεν αναφέρομαι στον αντικομουνισμό του, γιατί είναι δικαίωμά του. Πάλι, η αποθέωση του χωριού γιατί δεν είναι μια νέα ηθογραφία;
    Ευχές και πάλι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Μου άρεσαν πολύ τα αποσπάσματα που παραθέτεις, νομίζω πως είμαι κοντά στο να συμφωνήσω μαζί του, όχι ως προς την εξιδανίκευση ενός ηθογραφικού μοντέλου ζωής, αλλά ως προς τις βαθύτερες αξίες που πήρε σβάρνα η μπουλντόζα της αστικοποίησης και του καταναλωτισμού. Λυπάμαι, αυτές πια δεν διασώζονται ούτε στην επαρχία, Διονύση μου, μη σου πω ότι εκεί παραδίνονται πιο άκριτα στη μαζική κουλτούρα από ορισμένες "κοινότητες" του άστεως.
    Νησίδες διάσωσης αυτού του "άλλου" είναι οι τσιγγάνοι, οι μετανάστες που ζουν ακόμη "μαζί", οι κάθε λογής "πανηγυριώτες" που ζουν δίπλα μας και δεν τους κοιτάμε καν, ούτε τους πάγκους με το φτηνιάρικο εμπόρευμά τους κοιτάμε.
    ΥΓ:Πρόταση- πρόσκληση: Να έρθετε σιγά σιγά σε μικρούς άδειους τόπους να φτιάξουμε τις δικές μας "κοινότητες".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Γεια σου, Θερσίτη, αντεύχομαι!

    Χαίρομαι που εστίασες στο βιβλίο, ήθελα κι εγώ το διάλογο για ένα βιβλίο που αμφίθυμα διάβασα. Να σου πω τη γνώμη μου για τα σημεία που αναφέρεις.
    1)Γλώσσα. Και στο θέμα της γλώσσας, όπως και σε άλλα επίπεδα, το κείμενο μου φάνηκε άνισο. Άλλη γλώσσα χρησιμοποιεί, π.χ, για να ντύσει τις αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων στο χωριό και τις αφηγήσεις για τον τόπο του και άλλη για την περιπλάνηση στους "αιθέρες".
    Η χρήση της ντοπιολαλιάς, τόσο σ' αυτό, όσο και στα παλιότερα κείμενά του ( δεν αναφέρομαι στα οπωροφόρα της Αθήνας), τόσο έντονης και δουλεμένης από ένα σημερινό λογοτέχνη, μου κάνει εντύπωση και τη δέχομαι θετικά. Τώρα, το κράμα, το ανακάτεμα τύπων δημοτικής, ιδιωματισμών, λόγιας γλώσσας ( κάτι γενικές σε -εως, κάτι όχι εύηχα τελικά "ν", κάτι νεολογισμοί κλπ) προσπάθησα να το δω πέρα από τη φιλολογική μου διαστροφή. Στιγμές στιγμές ένιωθα να δένει και να κυλάει ευχάριστα, απρόσκοπτα. Άλλοτε ξαφνιαζόμουνα, το αντιμετώπιζα ως μια ιδιοτυπία που μπορεί να εμπλουτίζει το λογοτεχνικό πεδίο.

    2) Το εύρημα του νεκρού που βλέπει από ψηλά, διόλου πρωτότυπο, το αντιμετώπισα αδιάφορα, εντάσσοντάς το στην παιγνιώδη διάθεση του Δημητρίου.

    3)Για τις αναφορές-νύξεις που γράφεις πως δε σε πείθουν, δεν ξέρω πού αναφέρεσαι. Πάντως υπήρχαν πολλά σημεία που κι εμένα δε με έπειθαν.

    4) Ο αντικομμουνισμός ( μου επιτρέπεις την παραδοσιακή ορθογραφία, ε;)Ασυνήθιστος κι εγώ να διαβάζω τέτοιες αναφορές, αντέδρασα. Πέρα από τις τοποθετήσεις συγγραφέα-αναγνωστών, πάντως, τεράστιο (και άλυτο) θέμα μού είναι πάντα η σχέση αλήθειας-μύθου στη λογοτεχνία, η θέση, η ύπαρξη καλύτερα, των ορίων των ειδών. Πότε κάτι αποτελεί μαρτυρία, πόσο δικαίωμα έχει ο λογοτέχνης να ανακατεύει την ιστορική αλήθεια με το μύθο που ξετυλίγει; ( Βλέπε, π.χ, τη συζήτηση για το ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά και όχι μόνο: Εγώ έχω πρόβλημα ακόμα και με έργα καταξιωμένα πια στο χώρο της λογοτεχνίας - δες το νούμερο 31328, τη Ζωή εν τάφω και και και..)
    Τώρα, για το κείμενο του Δημητρίου, εγώ θέλησα να εστιάσω περισσότερο στις φρικαλεότητες που συνέβησαν στον Εμφύλιο, προσπαθώντας να μη χρωματίσω ( το χρωματισμένο..)Δε μου ήταν ούτε εύκολο ούτε ευχάριστο.

    5) Η αποθέωση του χωριού. Ναι. Το ανάφερα και στην ανάρτηση. Εμπεριέχει στοιχεία υπερβολής. Ακόμα και τις κοινωνικές αδυναμίες των ανθρώπων μιας κλειστής κοινωνίας, αντιστρέφοντάς τις, τις εκθειάζει σα να είναι αρετές. Απ'την άλλη, υπάρχουν στιγμές που τόσο εύστοχα και δροσερά περιγράφονται συμπεριφορές και καταστάσεις..
    Δε θα το έλεγα "νέα ηθογραφία", παρά...νεκρολογία, ουσιαστικά, ή, έστω, ανάμνηση ηθογραφίας.

    Συμπερασματικά, δε θα το κάνω δώρο το βιβλίο ( αυτό αποτελεί κριτήριο, για μένα!!), ενστάσεις έχω κι εγώ ( κι εκτός απ' τα σημεία που κουβεντιάσαμε), αλλά βρήκα και σημεία με ενδιαφέρον, υπήρξαν σημεία που χάρηκα την ανάγνωση.

    (Μου συγχωρείς τη φλυαρία, ελπίζω!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. gyristroula2,

    Μα εκεί είναι ο πόνος, Γυριστρούλα μου: στο σάρωμα των βαθύτερων αξιών που προκάλεσε η αστικοποίηση, ο καταναλωτισμός, τώρα πια η παγκοσμιοποίηση. Και το σάρωμα, όπως λες, πήρε σβάρνα χωριά και πόλεις. Ανθρώπους. Ίσως και γι'αυτό γίνεται δύσκολη και η πρότασή σου για "δικές μας κοινότητες". Γιατί φοβάμαι πως έχει αδυνατίσει μέσα μας η ανάγκη αυτή. Ή, τουλάχιστον, έχει σκεπαστεί από άφθονες, βαριές στρώσεις αλλοτρίωσης. Βλέπεις, ας πούμε, και στα παραπάνω σχόλια ( με πρώτη και καλύτερη την αφεντομουτσουνάρα μου) πώς ενώ εκθειάζουμε τη ζωή μακριά από το άστυ παραμένουμε γαντζωμένοι σ' αυτό, μην τολμώντας τη ρήξη;
    ( Αν και το παράδειγμά σου, ελπίζω να λειτουργήσει ενθαρρυντικά και για άλλους!! :-) )

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Διονύση, συμφωνώ απολύτως με την ακροτελεύτια θέση σου, πως δε θα το κάνω δώρο ούτε θα το προτείνω σε μαθητές. Ασφαλώς. Δε χωρά καμιά αμφιβολία. Μάλιστα το είχα προτείνει σε μια συνάδελφο, όταν άρχισα να το διαβάζω, και πήγα και της είπα να μην το πάρει. Σχεδόν όλα όσα λες θα τα υπέγραφα χωρίς αντίρρηση. Έχεις απόλυτο δίκαιο. Μου φαίνεται πως δεν έστησε μία πλοκή πριν αρχίσει να γράφει ή την έστησε πολύ πρόχειρα. Έπειτα δεν έπρεπε να έχει ένα λεξιλογικό επίμετρο;
    Είχα διαβάσει σε μια του συνέντευξη (πόσες έχει δώσει; Πρέπει να έχει πολλές διασυνδέσεις) πως στενοχωρήθηκε που του ξέφυγε ένα λάθος. Το διάβασα λοιπόν και βρήκα 46, από τα οποία τα 40 μετά τη σελίδα 90. Υποψιάζομαι λοιπόν πως μάλλον τσακώθηκε με το διορθωτή και άφησε τόσα λάθη αδιόρθωτα. Πώς ξέρω, θα ρωτήσεις, τον αριθμό των λαθών; Λοιπόν, σε κάθε βιβλίο που διαβάζω σημειώνω τα λάθη και τα στέλνω στον εκδότη. Αφιλοκερδώς, βεβαίως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Καλώς σας βρίσκω όλους σας δυνατούς και ωραιότατους!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Το ιστολόγιό μας στοχεύει στη συμμετοχή, τη συζήτηση, την ανταλλαγή, την έκφραση απόψεων και ιδεών, γι' αυτό και τα σχόλιά σας είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτα:-)