Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

"Ένα μη λογικό αίσθημα αγάπης για τον τόπο με κατακυρίευε" Γιάννης Ζουγανέλλης

η ανάρτηση αφιερώνεται στη Μαύρη οχιά και στη Σταυρούλα - τουλάχιστον - 
που έχουν καταλάβει ότι ο δρόμος της τέχνης είναι μαγικός 
και περπατιέται με υπομονή και επιμονή
Μέρες που είναι, αν θέλετε να ξεκουράζεστε από το ψυχοφθόρο των πανελλαδικών διάβασμα, μπορείτε να το κάνετε με …διάβασμα φρέσκων και ζωογόνων κειμένων.
 ( Εεεντάξει, μεταξύ σοβαρού και αστείου, κατά το καβάφειο «και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι από τη δούλεψή της")

Οι εκδόσεις Γαβριηλίδης, λοιπόν,  έχουν σε προσφορά  τα δύο βιβλία του τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη, το «Με δυο απλές γραμμές» και το «Οι τόποι είναι ήχοι», εκδόσεις πολυσέλιδες και καλαίσθητες, που είχαν εκδοθεί πριν από καμιά δεκαριά χρόνια αλλά είχαν γραφτεί από το διακεκριμένο έλληνα μουσικό από τα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Αυτή ήταν και η αφορμή για να τα θυμηθούμε  τις πασχαλιάτικες μέρες των διακοπών, να ξαναπάρουμε από τη δροσιά και την καθαρότητα  που διαθέτουν.
Είναι κείμενα αυτοβιογραφικά.


Τι να πρωτοπούμε.. Ο Γιάννης Ζουγανέλης ήταν μεγάλος, αναγνωρισμένος καλλιτέχνης. Έκανε την τούμπα σολιστικό όργανο, γράφτηκαν έργα ειδικά γι’ αυτόν, συνεργάστηκε  με μεγάλες ορχήστρες και σπουδαίους συνθέτες.  Άλλα  στοιχεία όμως αναδεικνύουν τα κείμενά του, κείμενα όσο τίποτα επίκαιρα στη σημερινή εποχή της έκπτωσης.

Ένας πηγαίος δυναμισμός, ένας ύμνος στην εργατικότητα και στην αφοσίωση, μια κατάθεση ψυχής μέσα από τη λιτότητα, την απλότητα, το απροσποίητο και ταυτόχρονα ολοζώντανο και παραστατικό. 
Η πορεία ενός ανθρώπου που ξεκινάει από λαϊκό περιβάλλον, συνθήκες μεγάλης στέρησης και που σταθερό προσανατολισμό έχει τη γνώση και τη μαγεία που προέρχεται απ’ αυτή.
Κεραίες ανοιχτές στη ζωή, ζωή ανοιχτή στα ερεθίσματα, προσήλωση σε στόχους, ιεράρχηση αξιών  σύμφωνα με ηθικούς προσωπικούς κώδικες.  Καθαρή ματιά, αδιαπραγμάτευτο  ήθος, ανόθευτη συνείδηση.


Δεν ξέρει κανείς ποιο απόσπασμα να απομονώσει για δείγμα γραφής και αντίληψης. Μικρή, φτωχή απόπειρα:

Για τη δίψα να βλέπει, να γνωρίζει, να ζει: Ταξιδεύει, δεκαετία του 1960, σιδηροδρομικώς, πρώτη φορά στο εξωτερικό. Περνάει από τη Γιουγκοσλαβία: « Ταξιδεύουμε στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας, δεν αφήνω να χαθεί από τα μάτια μου καμία εικόνα. Αμυδρά φώτα εδώ κι εκεί, η μύτη μου κολλημένη στο τζάμι του παραθύρου, όποιος με βλέπει θα γελά με την επιμονή μυ να έχω τα μάτια μου ανοιχτά μες στο σκοτάδι». Λίγο αργότερα, στάση στο Βελιγράδι. « Τώρα που κατέβηκα λίγο στον σταθμό έχω την αίσθηση πως περπάτησα ολόκληρη τη Γιουγκοσλαβία…» ( σελ. 192-3)

Την Πρωτοχρονιά τραγουδάει για το χρόνο που έρχεται, επιμένει όμως να κρατά με αγάπη μέσα του τον απερχόμενο και ό,τι του άφησε: «Τραγουδούσαμε γλυκά για τον απελθόντα χρόνο, σαν να ήταν αγαπημένος φίλος που πήγαινε ταξίδι. Αναπαύονται στην καρδιά μου τα χρόνια που πέρασαν.» ( σελ. 186)

Το σταθερό «μη λογικό» αίσθημα αγάπης για τον τόπο του, όπως κι αν ήταν (μάς χρειάζεται, άραγε και σήμερα αυτό;): Τον ακούν στο Ωδείο αμερικάνοι, ενθουσιάζονται, τον καλούν στην πρεσβεία και του προσφέρουν τον ουρανό με τ’ άστρα, τον καιρό που ο ίδιος και τα τρία παιδιά του ζούνε σε άθλιες συνθήκες:
« Η αμερικανική κυβέρνηση έχει την ευχαρίστηση να σας χορηγήσει τριετή υποτροφία για την JUILLIARD SCHOOL της Νέας Υόρκης».
« Είμαι παντρεμένος, ξέρετε».
« Να πάρετε και τη γυναίκα σας!»
« Έχω και τρία παιδιά».
« Να πάρετε και τα παιδιά σας!»
Βρέθηκα σε αμηχανία, η πρόταση ήταν ονειρώδης, οι νερατζιές στην οδό Πανεπιστημίου κατάφορτες ανθέων, με κρατούσαν δέσμιο, το μεθυστικό τους άρωμα πολιορκούσε ήδη το γραφείο του μορφωτικού ακολούθου, που ήταν στο Μετοχικό Ταμείο Στρατού, ήμουν διχασμένος, ντρεπόμουν να πω και το «ναι» και το « όχι».
Ένα μη λογικό αίσθημα αγάπης για τον τόπο με κατακυρίευε, δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου μακριά του, ήταν τόσες οι απορίες μου εδώ… Ευχαρίστησα θερμά τον κ. Ntehton, χαμογελά με συγκατάβαση, ο κ.Προκοπίδης με κοιτά επίμονα, αδυνατεί να καταλάβει» ( σελ. 178-9).

Για τη φιλαργυρία: « Είχαμε έξι επτά απ’ αυτούς τους «καταραμένους» στη Φιλαρμονική, κακό είδος οι τσιγκούνηδες∙ ήταν νέοι και μεγάλωσαν, γέρασαν συσσωρεύοντας πλούτο, τώρα στυλώνουν τα μάτια τους στο «τίποτα», που με τόσο πάθος υπηρέτησαν, αναζητώντας άλλοθι. Η ζωή είναι ανελέητη, δεν υπάρχει άλλοθι.» ( σελ. 169)

Οι εσωτερικές διαδρομές του, μέσα από την αφοσίωση και την εργατικότητα: «μελετώ οκτώ και δέκα ώρες την ημέρα, ζαλίζομαι, γέρνω στην τούμπα, ευτυχώς είναι μεγάλο το όργανο, μπορώ να το αγκαλιάσω∙  κλείνουν τα μάτια μου από την αδυναμία, αγαπώ αυτή την αδυναμία, με κάνει πιο δυνατό από τη δύναμή μου!» ( σελ. 166)

Αλλού: « Μου ήταν οδυνηρό να δεχτώ ελαττώματα σε ηλικιωμένους ανθρώπους, πίστευα ότι ο χρόνος τους γλυκαίνει, τους κάνει πιο σοφούς» (σελ. 164)

Ή: « Τα δικά μου βάσανα μπορώ να τα σηκώσω, των άλλων δεν μπορώ, με θλίβουν περισσότερο∙ έπειτα, ο καθηγητής μου ήταν μεγάλος, καλοντυμένος, δεν μπορώ ν’ ακούω βάσανα από καλοντυμένους, τα ακριβά του ρούχα μ’ εμποδίζουν να του χαϊδέψω το κεφάλι, έχουμε μια «απόσταση ρούχων» υποθέτω, γιατί ο ψυχισμός μας δεν πρέπει να διαφέρει.» (σελ. 165-6)

Κι όταν έρχεται η πολυπόθητη ώρα να πάρει το δίπλωμά του: «Νιώθω ότι το μαγικό ταξίδι της νεότητος φτάνει οριστικά στο τέλος, δεν με παρηγορεί η σκέψη ότι σε λίγες μέρες θα πάρω το δίπλωμά μου, τι να μου κάνει εμένα το δίπλωμα; Το δίπλωμα θα μου δώσει έναν τίτλο και μια επίσημη ιδιότητα:  «Διπλωματούχος μουσικός του Ωδείου». Ε, και λοιπόν; Τι να την κάνω εγώ την   «ιδιότητα»; Η ιδιότητα – και μάλιστα η επίσημη – περιορίζει τον χώρο μέσα εις τον οποίο ζει το όνειρο…» ( σελ. 291)

Και όχι μόνο: « Δεν υπήρξα οπαδός των ανέσεων, πίστευα πως οι ανέσεις είναι για ανθρώπους μαλθακούς, ιδιαζόντως λευκούς και πλυμένους οπωσδήποτε∙ την παρατεταμένη ευδαιμονία τη θεωρούσα επικίνδυνη. Δεν συμπαθώ τους ευδαίμονες, ιδιαίτερα τους μη ηλικιωμένους ευδαίμονες δεν τους συμπαθώ καθόλου∙ θεωρώ τους κυνηγούς των ανέσεων άτομα που βιάζονται να πεθάνουν.» ( σελ. 247)

Πόση θλίψη που ο Γιάννης Ζουγανέλης βιάστηκε να φύγει, στα 68 του χρόνια, το 2006. Από την άλλη, πόση ζωογόνο δύναμη συνεχίζει να μας προσφέρει  ό,τι μας άφησε. 

Ακούστε, αν θέλετε, το Γιάννη Ζουγανέλη με την τούμπα να παίζει Μπαχ:



Και μπορείτε, επίσης, να δείτε σε δύο βίντεο 
ένα μικρό αφιέρωμα της ΕΡΤ  στον έλληνα μουσικό.



4 σχόλια:

  1. Πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση Διονύση! Νομίζω ότι τέτοιοι άνθρωποι έχουν να μας πούνε πολλά αν βεβαια ανοιξουμε τ' αυτιά μας για να ακούσουμε την τέχνη τους και όχι μόνο.


    Καλές επιτυχίες σε όλους τους μαθητές με τις εξετάσεις πανελλαδικές και μη.

    ΥΓ: Μα πάλι Διονύση έβαλαν; Λάθος χρονιά έδωσα :D
    φιλιά συνονόματε του αγαπημένου μου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γεια σου, βρε Αλς!

      Στα συστήνω ανεπιφύλακτα τα δυο βιβλία του Ζουγανέλη. Όπως το λες: "την τέχνη του και όχι μόνο".

      Α, αν είχαν όλοι τις προτιμήσεις σου, χαρές και πανηγύρια θα έκαναν για την επιλογή του Σολωμού. Τους ήρθε λίγο αναπάντεχο, αλλά, τουλάχιστον, δε δυσκολευτήκανε ιδιαίτερα στις ερωτήσεις.

      Ετοιμάζεστε κι εσείς για εξεταστική;

      Πολλά φιλιά, Ειρήνη.

      Διαγραφή
  2. Αχχχχχχχ. Με σκλαβώνεται. Δεν έπρεπε. Μα να μας αφιερώνεται μια ανάρτηση και μάλιστα για ένα τέτοιο άτομο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μαύρο φίδι που δε μ' έφαγε,

    Ξέρω, βρε, πού κάνω τις αφιερώσεις! Όπου ταιριάζουν. Διακρίνω σχετικά στοιχεία σε σας, τα χαίρομαι και ελπίζω να τα καλλιεργήσετε και να σας το επιστρέψουν πλουσιοπάροχα στη ζωή σας.

    Καλή συνέχεια και καλά τελειώματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Το ιστολόγιό μας στοχεύει στη συμμετοχή, τη συζήτηση, την ανταλλαγή, την έκφραση απόψεων και ιδεών, γι' αυτό και τα σχόλιά σας είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτα:-)