Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Μην ενοχλείτε - μην ενοχλείσθε


             


 Tο κείμενο που ακολουθεί το διαβάσαμε  στη lifo.gr και είναι γραμμένο από μια μαθήτρια της Α΄ λυκείου. Κατηγορεί τη σιωπή, την απουσία αντίδρασης σε όσα άσχημα συμβαίνουν, προτρέπει σε ενεργητικές αντιδράσεις. Θα το θέταμε σε συζήτηση, αλλά, δυστυχώς, και το σχολικό μας μπλογκ  γνωρίζει καλά τη σιωπή. Οι συζητήσεις που ονειρευόμασταν να γίνονται εδώ δε γίνονται. Το παραθέτουμε, λοιπόν, τουλάχιστον για προβληματισμό - πάντα συνεχίζοντας να ονειρευόμαστε  θετικές αντιδράσεις.


                                                                       ΑΙΩΝΙΑ ΣΙΩΠΗ    

              Διαβάζοντας το άρθρο του συνομηλίκου μου σχετικά με την γενική κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική παιδεία - για να είμαστε ειλικρινείς, μια παιδεία σάπια μέχρι τις ρίζες της - (http://www.lifo.gr/team/bitsandpieces/47950),  συνειδητοποίησα πως η σιωπή και η παράβλεψη γεγονότων δεν συμβαίνει μόνο στα ελληνικά σχολεία, και στα σχολεία γενικά, αλλά μας χαρακτηρίζει ως κοινωνία.  
             Πάντα προτιμούμε την σιωπή, την αιώνια σιωπή, κάνουμε πως δεν συνέβησαν γεγονότα που μας πονάνε, δεν μιλάμε για θέματα που δεν μας βολεύουν, αυτοχαρακτηριζόμαστε «απολίτικοι» και «ακομμάτιστοι» για να ξεφύγουμε σοβαρές συζητήσεις και έτσι νομίζουμε πως απαλλασσόμαστε από τις ευθύνες μας και πως λύνουμε τα θέματα μας, τρέφουμε αυταπάτες πως όλα ρέουν άριστα, ενώ στην πραγματικότητα τα κρύβουμε κάτω από το χαλί. Αρνούμαστε να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.  
            Σιωπούμε από μικροί, έτσι μάθαμε… Ποτέ δεν αναφέρουμε κάποιο περιστατικό σχολικού εκφοβισμού στον δάσκαλο γιατί φοβόμαστε μήπως θεωρηθούμε «καρφιά», δεν προσπαθούμε να συμμορφώσουμε τους θύτες συμμαθητές μας, διότι φοβόμαστε μήπως γίνουμε και εμείς οι ίδιοι θύματα.. Και έτσι το πρόβλημα συνεχίζεται και εμείς πείθουμε τους εαυτούς μας πως δεν φταίμε, αφού δεν είμαστε οι θύτες, χωρίς ποτέ να σκεφτούμε πως είμαστε συνένοχοι.

            Πιστεύουμε πως είμαστε ευτυχισμένοι, καθώς δεν είμαστε θύματα, χωρίς να αναλογιζόμαστε πως το πρόβλημα έχει τεράστιες διαστάσεις και επηρεάζει την σχολική κοινότητα στο σύνολό της. Ως καθηγητές δεν επεμβαίνουμε στην υπόθεση σχολικού εκφοβισμού καθώς «Ποιος μπλέκει τώρα με τον διευθυντή και τα παιδιά, άσε να έχω και το κεφάλι μου ήσυχο», και έτσι βολευόμαστε στην σιωπή μας και πιστεύουμε πως αυτό είναι το σωστό – αφού αυτό κάνουν όλοι.  

             Στην τάξη δεν μιλάμε ποτέ για θέματα taboo, για θέματα που απαιτούν κριτική σκέψη και πάνω στα οποία πρέπει να εκφέρουμε άποψη, καθώς φοβόμαστε μήπως θεωρηθούμε αριστεροί, δεξιοί, αναρχικοί, φασίστες κλπ. και θεωρούμε πως εφόσον καλύψαμε την διδακτέα ύλη κάνουμε καλά την δουλειά μας, χωρίς να σκεφτόμαστε πως έτσι καλλιεργούμε αριστούχους μαθητές οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτα για τον κόσμο στον οποίο ζουν, δεν έχουν άποψη και επικεντρώνονται στην αποστήθιση του Β’ παθητικού αορίστου και της μάχης της Σαλαμίνας, θεωρώντας πως έτσι είναι μορφωμένοι άνθρωποι. Λίγοι είναι οι καθηγητές που τολμούν και αυτούς πρέπει να τους θεωρούμε ξεχωριστούς και να τους ευγνωμονούμε.  
            Έπειτα, ως πολίτες, βλέπουμε τις μπαγαποντιές και τις ατιμίες και αδικίες που συμβαίνουν γύρω μας και πάλι σιωπούμε. Δεν αντιδρούμε, άλλωστε γιατί να το κάνουμε; Κινδυνεύουμε ίσως έτσι να χάσουμε την θέση στην οποία έχουμε βολευτεί, σε δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, με την αξία μας ή με μέσο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, θεοποιούμε πολλές φορές και τους εργοδότες μας, οι οποίοι μας δίνουν τα 5 από τα 10 που αξίζουμε, διότι απλά μας δίνουν κάτι.  

            Και όλη αυτή η κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη μιας κοινωνίας η οποία τρέφει τις αυταπάτες της πως ζει σε μία Ουτοπία χωρίς προβλήματα και πως όλοι έχουν την συνείδηση τους καθαρή, ενώ  στην πραγματικότητα όλοι είναι συνένοχοι στο ίδιο έγκλημα, αυτό της απραξίας και της ανευθυνότητας. Διότι αυτό το «δεν βαριέσαι…» είναι που μας οδήγησε στην πνευματική και οικονομική αυτή κρίση που βιώνουμε.  
             Παριστάνουμε τους αφελείς, του χαζούς και τους αμέτοχους. Βγαίνουμε από το σχολείο με Άριστα και δεν ξέρουμε τίποτα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε, δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να ασκήσουμε κριτική. Και η μόνη στιγμή που μιλάμε, που έστω λέμε κάτι,  είναι όταν πλέον ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι, όταν η κατάσταση είναι πλέον στο απροχώρητο. Όπως ακριβώς τα ζώα που υπακούν και σιωπούν μέχρι την στιγμή της σφαγής, καθώς τότε και μόνο τότε φωνάζουν και αντιστέκονται στο αφεντικό τους. 
             Μήπως ήρθε λοιπόν η στιγμή να μιλήσουμε και να σκεφτούμε; Μήπως δεν χωράνε κι άλλα κάτω από το χαλί; Ή μήπως περιμένουμε υπομονετικά και σιωπηλά την σφαγή μας;

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Ο Γιάννης Ρίτσος και οι διαρρήχτες του ήλιου


Πάνε 47 χρόνια. Και μια βιαστική παρατήρηση συμπτωμάτων της σημερινής καθημερινότητάς μας οδηγεί στο θλιβερό συμπέρασμα ότι ξεχνάμε εύκολα. Και η λήθη στρώνει γόνιμο έδαφος στην παραποίηση. Απερίσκεπτα και ανενδοίαστα μπορούν κάποιοι να προφέρουν σήμερα άθλια ονόματα, να σχηματίζουν σύμβολα ντροπής, να μεταποιούν την παλιά φρίκη –η Μνήμη, η Ιστορία κλεισμένες στο υπόγειο.
            Η δικτατορία του 1967 φυλάκιζε, εκτόπιζε, συλλάμβανε, βασάνιζε με το έτσι θέλω, αυθαίρετα καταπατώντας και ευτελίζοντας βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, και καθώς το σχολείο μας είναι δίπλα στον παλιό Ιππόδρομο, όπου τις πρώτες μέρες μετά το πραξικόπημα κρατήθηκαν κάπου 10.000 άνθρωποι, για να προωθηθούν αργότερα στα ξερονήσια  της εξορίας, θυμάμαι  το μάθημα του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Μάθημα αξιοπρέπειας, γενναιότητας, αντίστασης, ακεραιότητας, όταν σαν άλλος Σωκράτης αρνήθηκε να κρυφτεί για να αποφύγει τη σύλληψη για τις ιδέες του.


            Να πώς μας περιγράφει η Αγγελική Κώττη στο εξαιρετικό της βιβλίο «Γιάννης Ρίτσος ένα σχεδίασμα βιογραφίας» τη σκηνή: « Όταν σου χτυπούν την πόρτα μέσα στη νύχτα σε τέτοιους καιρούς, δεν είναι σίγουρα  ο γαλατάς. Αξημέρωτα πήγαν στο σπίτι της οδού Παπαναστασίου 56 οι φίλοι που είδαν τα τανκς στο κέντρο της Αθήνας, και τον συμβούλεψαν να φύγει. Αρνήθηκε. Άνοιξε την έτοιμη γι’ αυτές τις περιπτώσεις «βαλίτσα της εξορίας» με τα στοιχειώδη ( δυο αλλαξιές, ξυριστικά, κάποια εντελώς απαραίτητα μικροπράγματα), την επιθεώρησε και περίμενε. Δεν ήθελε να ζει καταζητούμενος, να τρέμει με το άνοιγμα της πόρτας, με τον ήχο των βημάτων. Εκείνοι που θα αποφάσιζαν να τον συλλάβουν, θα αναλάμβαναν την ευθύνη για την πράξη τους. Σαν όμηρος, θα ήταν και σύμβολο. Το πρωί που έφτασε η αστυνομία, τον βρήκε έτοιμο. Δυο λεπτά, να φορέσει το σακάκι του κι έρχεται.» ( εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σελ. 145)

            Πάνε 47 χρόνια. Αλλά οι διαρρήκτες του ήλιου κυκλοφορούν και στις μέρες μας.


Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ' άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ' άλλους πλανήτες το φως

Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ' τ' ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί


(Μίλτος Σαχτούρης, 1948)

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Εἰρήνη εἶναι ὅταν...


Εἰρήνη, λοιπόν,
εἶναι ὅ,τι συνέλαβα μὲς ἀπ᾿ τὴν ἔκφραση
καὶ μὲς ἀπ᾿ τὴν κίνηση τῆς ζωῆς. Καὶ Εἰρήνη
εἶναι κάτι βαθύτερο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε
ὅταν δὲν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Εἰρήνη εἶναι ὅταν τ᾿ ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ
γίνεται ἔξω στὸ σύμπαν ἥλιος. Κι ὁ ἥλιος
ψυχὴ μὲς στὸν ἄνθρωπο.



                               Νικηφόρος Βρεττάκος
                                      (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο: Δυὸ ἄνθρωποι 
                                  μιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου)



Ανάσταση, Ανάταση και Φως σε όλους μας......

φωτογραφία από εκδρομή της Περιβαλλοντικής Ομάδας στην Πάρνηθα

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Απόηχοι μιας άλλης εποχής.....



....σε ένα χώρο αγαπημένο σε όλους σήμερα!

Είναι Τρίτη 8 Απριλίου, μέρα ανοιξιάτικη, χλιαρή με λίγα σύννεφα και αρκετό ήλιο,
ό,τι πρέπει για βόλτες. Είναι  η μέρα που  η Β Λυκείου του σχολείου μας επισκέφτηκε το Μουσείο του φωταερίου στο Γκάζι.

 Η λειτουργία  του ξεκινάει το 2013 και μέσα από 13 σταθμούς περιήγησης, επιχειρεί να μας γνωρίσει το εργοστάσιο του φωταερίου που λειτούργησε στην Αθήνα από το 1857 μέχρι το 1984, οπότε οι φούρνοι του έσβησαν οριστικά.

παλιότερα .....

...και σήμερα!
Για την ιστορία του,  μαθαίνουμε στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://www.technopolis-athens.com/web/guest/museum



Το σίδερο πρωταγωνιστεί σήμερα εδώ, σκληρό και παγωμένο, θυμίζοντας δύσκολες εποχές για τους εργάτες, που δούλευαν μέσα στη ζέστη και τις αναθυμιάσεις,

εκεί που κάποτε αποθηκευόταν φωταέριο
 όμως ο χώρος έχει ζωντανέψει,  είναι πια  η Τεχνόπολις του Δήμου της Αθήνας,


 τον ζεσταίνουν οι άνθρωποι που έχουν εγκαταστήσει ραδιοφωνικό σταθμό, φιλοξενούν εκθέσεις,
 οργανώνουν συναυλίες .

μπροστά στα μηχανήματα ελέγχου του φωταερίου

Τα μηχανήματα, οι φούρνοι, το χημείο, οι αποθήκες όπου φυλασσόταν το  αέριο, αλλά και η κοινωνική και πολιτιστική ζωή των εκατοντάδων εργατών και  εργαζομένων στο εργοστάσια παρουσιάζονται από εθελοντές ξεναγούς

αναμνήσεις από το χημείο
εντυπωσιάζουν σήμερα οι σωλήνες καθαρισμού του φωταερίου
και δίνουν άλλη διάσταση σε ένα χώρο όπου μάλλον θα ξαναβρεθούμε συχνά
στην καρδιά της Πόλης της Αθήνας.


Υ.Γ. Αφιερωμένο με αγάπη στον Μανώλη τον Καπετανάκη που μας συντρόφεψε σε όλες τις εξορμήσεις μας φέτος και από του χρόνου θα στρέφει το βλέμμα πιο συχνά στα αγαπημένα του άστρα.


Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

"Εζήτησα να ξυπνήσω ψυχές ικανές"

 στην Έλενα, την Πωλίνα, το Σπύρο, τον Αλέξανδρο, 
την Αλκμήνη, την Κατερίνα, την Έλλη,  στους πρώην μαθητές μας που σπούδασαν και σπουδάζουν 
στους τομείς  της εκπαίδευσης κρατώντας άσβεστα τα οράματά τους για ένα καλύτερο σχολείο

Όταν ακόμα σπούδαζα, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο που έγραψαν το 1976 γυναίκες που 50 χρόνια πριν είχαν δάσκαλο το Μίλτο Κουντουρά. 
Πριν το διαβάσω είχα κιόλας γοητευτεί: Τι είναι εκείνο σε ένα δάσκαλο που μπορεί να κάνει τους μαθητές του πενήντα χρόνια μετά να τον θυμούνται και να τον μνημονεύουν;

Ο Μίλτος Κουντουράς δεν ήταν απλώς ένας εμπνευσμένος παιδαγωγός. Το εκπαιδευτικό του όραμα, σε πείσμα των καιρών και των αντίξοων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που επικρατούν, προσπαθεί να το θέσει σε εφαρμογή όταν αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Διδασκαλείου Θηλέων Θεσσαλονίκης (1927-1930). 
(φωτ. από sites.google.com)
Πρωτοποριακές για την εποχή ιδέες, ριζικά αναμορφωτική εκπαιδευτική προσπάθεια, γρήγορα και θεαματικά αποτελέσματα ( μπορείτε να διαβάσετε λεπτομέρειες για το Σχολείο που "έχτιζε" και εδώ). 
Πώς απαντάει το σύστημα; Η δουλειά του υποσκάπτεται, συκοφαντείται, ο ίδιος υπονομεύεται και κατηγορείται ανυπόστατα και ύπουλα, ώσπου, το 1934, απολύεται  οριστικά "ως υστερών ως προς τα ουσιαστικά προσόντα των λοιπών συναδέλφων του" (!).

Όλα αυτά στα 1930. Στα 1976 οι μαθήτριές του γράφουν και εκδίδουν το βιβλίο που λέγαμε στην αρχή πως έπεσε στα χέρια μου. Και σήμερα, 2014, ο αποσπασματικός λόγος του, όπως έχει διασωθεί από τα άρθρα κυρίως που είχε γράψει στην εφημερίδα Καμπάνα του Στράτη Μυριβήλη, ηχεί ακόμα επίκαιρος και ζωντανός - κάτι που τιμά, βέβαια, τη μνήμη του αλλά καθόλου την ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης.

Ένα δείγμα: 

" Η αλήθεια είναι αυτή. Σχολειό πια δεν υπάρχει. Κινείται μονάχα ακόμη ένας ανήθικος κι αρρωστημένος οργανισμός γεμάτος από δηλητήριο και παραφροσύνη, που πολύ σύντομα θα επιδράσει θανατηφόρα σ’ όλη την κατοπινή ζωή του τόπου μας. Μια σάπια και ξεχαρβαλωμένη μηχανή, όπου από ανάγκη ρίχνουμε μέσα μια καθαρή κι αγνή ζωική παραγωγή -τα ευκολόπλαστα παιδιά μας- για να μας τα μεταβάλει ύστερ’ από λίγα χρόνια σε μούμιες κατάξερες και φασκιωμένες ή σε κινούμενα μιάσματα ανασυρμένα σαν από τάφους (...)

Δεν είμαι καθόλου υπερβολικός.

Αγάπησα και ονειρεύτηκα ένα περίλαμπρο Σχολειό κι αποφάσισα να θυσιάσω κάθε μου υλική ευζωία σε μια ψυχική μου ικανοποίηση. Κι είδα, όσο έζησα εκεί μέσα, τη ρίζα του κακού τόσο βαθιά του εισχωρημένη, ώστε απελπισμένος να καταλήξω πολλές φορές στην εξωφρενιτική ανακραυγή των σημερινών γραφομένων μου: Κλείστε τα Σχολειά! Γιατί ο οργανισμός αυτός, που τον εθέσπισε βέβαια σε παλαιότερα χρόνια ένας αγνός ενθουσιασμός και μια ομαδική αγάπη, κατάντησε στην εξέλιξη του από ορισμένες αιτίες και αφορμές, μια αθλιότητα κι ένα ψέμα που πρέπει να χτυπηθεί και να εκλείψει, αν δε θέλουμε οι αμέσως ερχόμενες γενεές να πληρώσουν πολύ ακριβότερα από εμάς τις αμαρτίες των γονιών τους…

Μπείτε μέσα μια στιγμή και μυρίστε τον αέρα του. Βρώμα και δυσωδία. Και η παιδική ψυχή, η μαλακιά ακόμη, δέχεται ολημερίς και διαμορφώνεται σύμφωνα με τέτοιες θανατηφόρες επιδράσεις. Πουθενά η ωραία κ’ ελεύθερη ψυχή. Πουθενά η δονούμενη από ενέργεια κι αλήθεια ζωή. Ένα νεκρό, σχολαστικό, κατάξερο, αφιλοσόφητο γράμμα, κατακουρελιασμένο κι αυτό. έτσι για τα μάτια…" 

Και επίσης: 
Εζήτησα να ξυπνήσω ψυχές ικανές να καθορίσουν μονάχες τους αύριο την τύχη τους κι όχι νευρόσπαστα που να κινούνται σήμερα με τη θέληση του πρώτου τυχαίου δασκάλου τους κι αύριο με του άλλου οποιουδήποτε κυρίου τους.

Δεν έδωκα καλούπια σε καμιά περιοχή της ζωής και της σκέψης τους, καλούπια που αλλάζουν επιφανειακά μονάχα κ’ εξωτερικά τη ζωή, μα που αφήνουν αποκοιμισμένη και στείρα την ψυχή τους.
Όπου έβλεπα την ελεύθερη σκέψη τη σεβάστηκα και την αγάπησα, οσοδήποτε τολμηρή κι αν ήταν, και περιφρόνησα με αγανάκτηση το μυαλό το σκλαβωμένο μέσα στα δεσμά της πρόληψης και της υποκρισίας.
Οι ταπεινοί γύρω μας μας έριξαν λόγια βλεδυρά και μας εμίσησαν – αλίμονο αν δεν μας μισούσαν, αυτό θα σήμαινε πως συγγενεύαμε με την ταπεινή και πρόστυχη ψυχή και ζωή τους.
Γιατί μαθητής μου εμένα δεν είναι ‘κείνος που αγαπά την ήρεμη κι ακίνδυνη ζωή, τη στρωμένη με λουλούδια, αλλά εκείνος που μέσα του έχει ξυπνήσει η ανησυχία. Μαθητής μου δεν είναι ‘κείνος που θα μ’ αγαπήσει με μια μαλακή άγονη αγάπη, αλλά εκείνος που ακολουθώντας τις αρχές της επικίνδυνης πάλης θα με φτάσει και θα με ξεπεράσει, αρνούμενος ίσως στο τέλος εμένα."

πρόχειρο χειρόγραφό του με σημειώσεις για το λόγο του

στο τέλος του σχολικού έτους 1929-30 στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης



 Αμηχανία για τον επίλογο. Με ποιες φράσεις να κινητοποιήσεις, να ενεργοποιήσεις κοιμισμένους μηχανισμούς; Αρκείσαι (;), τουλάχιστον, να ποτίζεις κάπου κάπου τη μνήμη. Και εύχεσαι. Να ξεκολλήσουμε, να σταθούμε στα πόδια μας, να ανεβούμε. Και παραφράζεις τον αγαπημένο Αναγνωστάκη: "Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι".