Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

"Tα μαθητικά"

Ούτε δύο μήνες δεν πέρασαν ακόμα από την έναρξη και αυτής της σχολικής χρονιάς και ήδη το κλίμα βάρυνε αρκετά. Διάβασμα εδώ, διάβασμα εκεί διάβασμα πιο πέρα. Το δωμάτιο μου είναι λες και του πέταξαν πυρηνική βόμβα από τα βιβλία, τα τετραδιάκια και τις "χαρτούρες". Η μαμά (όπως όλες πιστεύω) με κυνηγάει όλη την μέρα με ένα ποτήρι φρεσκοστιμμένο χυμό πορτοκαλιού και ο μπαμπάς με παχαίνει (άλλο που δεν θέλω) με όλων των ειδών γλυκά και φαγητά. Εγώ πασχίζω να ξεφύγω από όλο αυτό γιατί ή από υπερβιταμίνωση θα πάω ή από παχυσαρκία. Φυσικά αστειεύομαι και τους ευχαριστώ που με υποστηρίζουν καθημερινά με το δικό τους μοναδικό και γλυκό τρόπο. Για αυτό αυτή η ανάρτηση είναι αφιερωμένη σε όλες τις μανούλες και μπαμπάδες, που φέτος και αυτοί μαζί με εμάς θα "χάσουν τον ύπνο τους"!
Και θα κλείσω με  κάτι που βρήκα μου άρεσε και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας.


J

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Ο Κώστας Γαβράς, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις κι εμείς

Όπως μια χαρά τα περιέγραψε κι η Μαρία στην προηγούμενη ανάρτηση, την Τρίτη είδαμε, όλο το σχολείο, την ταινία του Κώστα Γαβρά «Ζ».

Σε κουβέντα με κάποια παιδιά μετά την προβολή ειπώθηκε κάτι για τις ομοιότητες εκείνων των καταστάσεων που είδαμε στην ταινία και σημερινών.

Οι σημερινές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες προσφέρονται για να τρέφεται και να θεριεύει ο εκφασισμός της κοινωνίας. Ήδη τρομάζουν τα περιστατικά βίας, πιάνουν εύκολα στα δίχτυα τους οι αφορισμοί, οι γενικεύσεις, οι απλουστεύσεις, τα τσιτάτα, οι άνευ ουσιαστικού περιεχομένου επικίνδυνες κορώνες του δημόσιου λόγου, ο κιτρινισμός κι ο λαϊκισμός, η ύπουλη σπίλωση ιδεών και ανθρώπων, ο φανατισμός, η αδιαλλαξία, ο παντός είδους ρατσισμός, η επιθετικότητα, μια διογκούμενη βαρβαρότητα απειλεί αυτό που θα θέλαμε να ήταν η κοινωνία μας.

Λεπτομέρεια, ίσως, στο έργο, παρατηρήθηκε όμως: Η εμμονή του Γρηγόρη Λαμπράκη στη μη βία, στο διάλογο, στις αξίες, στην απαίτηση λειτουργίας των θεσμών και των οργάνων ενός υγιούς κράτους.

Και σήμερα είπαμε να επιμένουμε. Να μη σιωπούμε, αλλά με σύνεση, νηφαλιότητα, ψυχραιμία, κριτική ανάλυση, διάλογο και καλλιέργεια ατομικής και κοινωνικής συνείδησης, με γερές δόσεις παιδείας, να πορευόμαστε. Δημιουργώντας στέρεα αναχώματα απέναντι στη χυδαιότητα.

Η ταινία του Κώστα Γαβρά γυρίστηκε το 1969.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονείται το 1963.

Σαν σήμερα, το 1925, γεννήθηκε ο Μάνος Χατζιδάκις, που την Πρωτοχρονιά του 1988 έγραφε:

«Ζούμε την προετοιμασία νεοφασιστικών καιρών, στ’ όνομα του παντοδύναμου λαού και των «απλών» ανθρώπων. Και φυσικά ήταν επόμενο να φανούν «δημοσιογραφικά» όργανα για να υπηρετήσουν τον προετοιμαζόμενο νεοφασισμό, με εκχυδαϊσμένη γλώσσα, εσκεμμένες λεξινοθείες και ευτελείς κολακείες γερόντων και υποαναπτύκτων πολιτών(…) Το δηλητήριο σταλάζει λίγο λίγο στην ψυχή και διαμορφώνει τις πρώτες μάζες που θ’ αναλάβουν τις πρωτοβουλίες. Θυμίζουν φυλλάδες στο Μόναχο πριν από την άνοδο του Χίτλερ και αντίστοιχες στην Ιταλία του ’20 πριν από την επικράτηση του Φάτσιο. Κολακεία των καθυστερημένων και αφελών και κατασκευή ομάδων αγανακτισμένων πολιτών. (…) Φαινόμενο που καμιά Δημοκρατία οσονδήποτε κι αν είναι φιλελεύθερη δεν μπορεί να ανεχθεί. Η ανοχή είναι ένα λάθος που ίσως κληθούμε στο μέλλον να την πληρώσουμε ακριβά. Και σε μια μελλοντική δικτατορία δε θα ’χουμε πολίτες, έστω και με μιας μεταπολεμικής προέλευσης ευαισθησία, για ν’ αντιδράσουν. Θα ‘χουμε νεαρούς ημιρατσιστές, ποδοσφαιρόφιλους και αυριανιστές που θ’ αναλάβουν πάλι την υπεράσπιση του Έθνους, της Πατρίδος και της τρισχιλιετούς Ιστορίας μας. Φρίκη, αλλά όχι και τόσο απίθανη ή μακρινή. ( Μ. Χατζιδάκι, Ο καθρέφτης και το Μαχαίρι, σελ. 177-8, εκδ. Ίκαρος).

(Καλά το διαβάσατε: Γραμμένα το 1988 και περιγράφουν το σήμερα).



Για όλα αυτά, στο σχολείο, στις τάξεις, παντού, ας προσπαθούμε.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Ζει!


Αφορμή για την ανάρτηση; Η ταινία "Ζ" την οποία είδαμε σήμερα με το σχολείο. Η ταινία έχει θέμα τα πραγματικά γεγονότα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, βουλευτή της ΕΔΑ και φιλειρηνιστή, από το παρακράτος σε συνεργασία με το κράτος. Η ταινία είναι στα γαλλικά. Στην πρώτη σκηνή λοιπόν δε νομίζω ότι κατάλαβε κανένας μας τίποτα. Μιλούσαν κάποιοι Γάλλοι με στολές και παράσημα για έναν σπόρο που πρέπει να ψεκάζουν; Ακαταλαβίστικα! Κάπου στην πορεία ωστόσο, καταλάβαινες μέσα σ' άκρες πως κάτι βρωμάει στην όλη υπόθεση. Μόλις τελείωσε λοιπόν η σκηνή αυτή, στην οποία έβγαλαν λόγο δύο από τους μεσήλικες ένστολους, όλα τα παιδιά άρχισαν να χειροκροτούν! Εντάξει αυτό είναι συχνό φαινόμενο σε εκδρομές να χειροκροτούν σε ΤΑΙΝΙΕΣ -λες και οι ηθοποιοί θα τους ακούσουν, αν είναι δυνατόν!- αλλά να χειροκροτούν χωρίς να έχουν καταλάβει καν ποιοι είναι αυτοί και τι λένε; (Γιατί σίγουρα δεν είχαν καταλάβει-ούτε εγώ είχα καταλάβει μέχρι που είδα αυτή τη σκηνή και δεύτερη φορά) 


Στη συνέχεια της ταινίας ακούστηκαν διάφορα επιφωνήματα. Για παράδειγμα στη σκηνή της δολοφονίας του Λαμπράκη, όταν χτυπήθηκε, όταν η κάμερα εστίαζε στο αίμα και στα θύματα, άκουγες διασκορπισμένα επιφωνήματα "πόνου" και "αηδίας". Δεν έλειψαν φυσικά και τα γέλια στη σκηνή όπου η γυναίκα του Λαμπράκη πληροφορείται το θάνατό του -εκεί ομολογουμένως η ερμηνεία της Παππά προκαλούσε λίγο γέλιο αλλά όχι αν σκεφτείς τα γεγονότα-. 



Κάποια παιδιά δεν παρακολουθούσαν καν την ταινία. Κάποια άλλα δεν την κατάλαβαν. Κάποια ήταν απασχολημένα κάνοντας "χαβαλέ" με την ταινία, ώστε να την προσέξουν πραγματικά. Και απορώ: άραγε τους άγγιξε καθόλου; Άγγιξε έστω κάποιους; Έψαξαν; Αναρωτήθηκαν; Ή απλά λυπήθηκαν για τον άνθρωπο που δολοφονήθηκε και αυτούς που τραυματίστηκαν -και γι' αυτό θα τολμήσω να πω όχι όλοι- και μόλις βγήκαν από τον κινηματογράφο ξέχασαν ό,τι είδαν; Άραγε κάποιοι τόλμησαν να κάνουν τη σύνδεση με τη σήμερον ημέρα; Άραγε συνειδητοποιούν ότι τα γεγονότα της ταινίας δεν απέχουν και πολύ από αυτά που συμβαίνουν και θα συμβούν στο μέλλον; 



Τα κύρια χαρακτηριστικά της γενιάς μας είναι η αμάθεια και η ημιμάθεια, ο φανατισμός, η αδιαφορία. Χαρακτηριστικά τα οποία αδιαμφισβήτητα θα υπάρξουν καθοριστικά για την επανάληψη της ιστορίας. Δε γνωρίζουμε, δε μας ενδιαφέρει να γνωρίσουμε. Μας "πασάρει" ο οποιοσδήποτε μια ιδέα και φανατιζόμαστε. Δεχόμαστε τα όσα μας λέει, τα υιοθετούμε και τα υπερασπιζόμαστε με ανούσιο πάθος, χωρίς να κρίνουμε. Χωρίς να ψάξουμε από μόνοι μας να βρούμε την αλήθεια. Και φυσικά, πλέον είναι εύκολο: Μας φταίει το σχολείο, η κοινωνία, το σύστημα γι' αυτή την αμάθεια και την αδιαφορία μας -και φυσικά φταίνε-. Όμως να που το σχολείο μας έδωσε την ευκαιρία να δούμε αυτήν την ταινία. Και τα αποτελέσματα; Τα ίδια... μήπως λοιπόν είναι ώρα να πάρουμε κι εμείς, ο καθένας ατομικά, την ευθύνη των πράξεων μας -ή στην προκειμένη περίπτωση- της απάθειάς μας; Ναι το σύστημα είναι αυτό που είναι, η κοινωνία είναι έτσι όπως είναι. Εσύ όμως, ως άτομο, τι κάνεις για να αλλάξει αυτό; Για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει πρώτα να αλλάξουμε οι άνθρωποι συνειδήσεις,να ψάξουμε, να μάθουμε. 



Εμείς είμαστε το μέλλον. Η δική μας γενιά. Και αν δεν αλλάξουμε μυαλά, θα υπάρξουν κι άλλοι, πολλοί Λαμπράκηδες...


Υ.Γ. Και φυσικά, το καθιερωμένο σχετικό με την ανάρτηση τραγούδι!


Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Γεννημένος κάποιον Οκτώβρη: Γιοχάνες Βερμέερ

Ο Γιοχάνες Βερμέερ (. Johannes Vermeer, 31 Οκτωβρίου 1632 - 15 Δεκεμβρίου 1675), γνωστός και ως Γιαν Βερμέερ ή Γιοχάνες βαν ντερ Μέερ, ήταν Ολλανδός ζωγράφος που έζησε και εργάστηκε στην περιοχή του Ντελφτ της Δυτικής Ολλανδίας κατά το 17ο αιώνα.
 Προικισμένος με σπάνιο ταλέντο, ζωγράφισε 35 θαυμάσιους πίνακες. Ίσως εξαιτίας του ολιγάριθμου έργου του – κατά τη διάρκεια της ζωής του, υπολογιζόταν ως ένας σχετικά επιτυχημένος επαρχιακός ζωγράφος – δεν πλούτισε από την τέχνη του, μολονότι η ολλανδική αστική τάξη αποτύπωνε μετά μανίας την ευμάρεια από το εμπόριο σε πορτρέτα και σκηνές του καθημερινού της βίου.

                                                               
  " η γαλατού", 1659


Rijksmuseum, Amsterdam

    Τέτοια ζωγράφιζε και ο ανήσυχος Ολλανδός: εσωτερικά και εξωτερικά περιστατικά της καθημερινής ζωής της εποχής του.
   Παρά την μικρή 'παραγωγή' του, θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της χρυσής εποχής της ολλανδικής ζωγραφικής, μέσα στην οποία κατέχει περίοπτη θέση για την ιδιοφυώς αριστουργηματική χρήση του φωτός και την απαράμιλλη απόδοση των ‘ανάγλυφων’ φωτοσκιάσεων στους πίνακές του.Πέθανε 43 ετών αφήνοντας τη γυναίκα του και τα 11 παιδιά τους σε μεγάλη φτώχεια.

Τα έργα του - ξεχασμένα για δύο περίπου αιώνες - έγιναν περιζήτητα από τα τέλη τού 19ου και μετά. Μαζί με τον Ρέμπραντ θεωρείται σήμερα ένα; από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Χρυσής Εποχής (1584-1702) της Ολλανδίας.






“Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι» εμπνεει την  Τρέισι Σεβαλιέ, συγγραφέα του ομώνυμου  μπεστ σέλερ, το οποίο προσάρμοσε για τον κινηματογράφο ο Πίτερ Ουέμπερ με πρωταγωνίστρια τη Σκάρλετ Γιόχανσον.


"δρόμος στο Ντελφτ", 1657
"Να βλέπεις σε ένα κόκκο άμμου ολόκληρο το σύμπαν", έλεγε ενάμιση αιώνα αργότερα ο William Blake. Έτσι και ο Vermeer, μέσα από την επαρχιακή πόλη του Delft, χαρτογραφούσε ως ο κατ' εξοχήν γεωγράφος του φωτός μια άλλη μακροκοσμική διάσταση επί του μικροκόσμου της καθημερινότητας.
                                                                  http://www.artmag.gr/art-history/artists-faces/989-jan-vermeer           

"άποψη του Ντελφτ", 1660
Αναζητώντας πηγές στο διαδίκτυο, ανακαλύψαμε ένα «θησαυρό» με τίτλο
Οι κρυφές συναντήσεις τους μέσα στον χρόνο
                                                                                 Του Βλάσση Τρεχλή
Περιοδικό Οδός Πανός, απρίλιος -ιούνιος 2010
Ο Ολλανδός ζωγράφος Γιαν Βερμέερ έζησε από το 1632-1675. Ο Μάνος Χατζιδάκις έζησε από το 1925-1994. Ο ζωγράφος του 17ου αιώνα ανακαλύπτει την απόλυτη ομορφιά του ορατού κόσμου. Επενδύει με μοναδικά χρώματα τους καθημερινούς ανθρώπους και τα αντικείμενα που τους περιβάλλουν, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από το περιεχόμενο του θέματος, από τη φόρμα, στο χρώμα.
Τριακόσια χρόνια αργότερα, ένας δεκαοχτάχρονος μουσικός αναζητεί κάποιες φωτεινές άκρες μέσα στα σκοτάδια της γερμανικής κατοχής.
Οι ζωγράφοι, από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι μέχρι τον Βερμέρ και από τον Βερμέερ μέχρι τον Πικάσο, συμφωνούν πως η στιγμή δεν έχει χρόνο, πως στην τέχνη δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον, και όλος ο αγώνας είναι πώς θα ακινητοποιήσουν τη στιγμή.
Από την άλλη, ο συνθέτης, ενώ όλη του η προσπάθεια είναι να ενώσει μέσα σε ένα τραγούδι τις μικρές-μικρές στιγμές, παίζοντας με τον χρόνο, με τους στίχους του αυτοαναιρείται εκφράζοντας την αντίθετη επιθυμία:
-Τι προσπαθείς;
-Να σταματήσω τη στιγμή
-Μας προσπερνά, δεν ωφελεί
-Αν φύγεις, φεύγει
-Δεν μπορώ. Ο χρόνος φεύγει , όχι εγώ…
-Ανέβα πάνω στο λεπτό, στον λεπτοδείχτη. Κράτα γερά
-Οι δείχτες σπρώχνουν το λεπτό, είναι από σίδερο γερό, δεν τους βαστώ..
Δεν γνωρίζω αν ο Χατζιδάκις στη ζωή του ένιωθε μόνος. Σίγουρα όμως στο συννεφοπατάρι όπου συχνάζει τώρα θα έχει κάποιες συναντήσεις που σε εμάς τους γήινους θα φαίνονται απίθανες.
Ιανουάριος 2010
Από το blog «Ιδιωτική οδός»
                                                                   http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2010/07/blog-post_06.ht

                                                             
                                                                "ο γεωγράφος", 1668

κι ένα βίντεο σχετικά με το έργο του Βερμέερ:

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Η πτώση και η γλώσσα...

Μιας και έχω αρκετό καιρό να κάνω ανάρτηση,ομολογώ πως το τελευταίο καιρό και λόγω άλλων υποχρεώσεων δεν είχα και μεγάλη συμμετοχή...Ναι οκ συγνώμη Νίκο!!!
Μιας και έχω καιρό λοιπόν να κάνω ανάρτηση σήμερα θα κάνω 2 μικρές μαζί!!!!
Ας αρχίσουμε λοιπόν από την πρώτη:
Τίτλος...
Πτώση,με στιλ!
Πάρα πολύ στιλ!!!
Και αν και οι περισσότεροι έχετε καταλάβει για πιο πράγμα μιλάω,για όσους δεν κατάλαβαν αναφέρομαι στο επίτευγμα,γιατί για επίτευγμα πρόκειται, του αυστριακού αλεξιπτωτιστή Felix Baumgartner!


Ναι!Αυτός που έκανε ελεύτερη πτώση από τα 130.000 πόδια είναι!!!
 Στο διαδίκτυο υπάρχουν βίντεο που δείχνουν την πτώση από την αρχή μέχρι το τέλος της αλλά δεν θέλησα να βάλω ένα από αυτά στην ανάρτηση.Αυτό γιατί το άλμα είναι τέτοιο που η λήψη δεν μπορεί να δείξει και πολλά!
Εγώ θα κάνω κάτι αλλό!Απλα θα αναφέρω 2 νούμερα,2 αριθμούς που θα αφήσουν ιστορία και που κάνουν απόλυτα αντιληπτό το ''μέγεθος'' αυτού του άλματος!
Το πρώτο είναι το ύψος!
Το άλμα έγινε από τα 130,000 πόδια δηλαδή κάτι λιγότερο από τα 39.000 μέτρα!!!!
Ναι καλά διαβάσατε το άλμα έγινε σχεδόν από τα 39 χιλιόμετρα πάνω από το έδαφος!!!
Με πολύ απλά λόγια και χωρίς καμία υπερβολή ο τύπος έκανε ελεύθερη πτώση από την στρατόσφαιρα!!!!
Και αν αυτό σας φαίνεται λίγο ακούστε και αυτό...
Κατά την διάρκεια της πτώσης ο Felix ανέπτυξε ταχύτητα  1.173 χιλιόμετρα την ώρα ξεπερνώντας το φράγμα του ήχου!!!
Και κάτι μου λέει πως αυτό που έκανε είναι κάτι για το οποίο όλος ο κόσμος θα μιλάει για πολύ καιρό ακόμα...!!!
Ας πάμε όμως και στο δεύτερο...
Το δεύτερο έχει να κάνει το με τη γλώσσα.
Είναι μία σκέψη που με προβληματίζει εδώ και πολύ καιρό και θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας!
Βλέποντας μερικές σκηνές από την νέα ταινία του Γιάννη Σμαραγδή (Ο θεός αγαπάει το χαβιάρι) είδα ,για άλλη μια φορά, κάτι που μου έκανε εντύπωση και σε άλλες ελληνικές ταινίες!
Στην ταινία υπάρχουν πολλές γλώσσες(Ελληνικά,Αγγλικά,Ρώσικα και Τούρκικα).
Και σκέφτομαι γιατί όλο αυτό;
Γιατί κάθε ταινία που θα βγει και εκτός των συνόρων έχει πάντα Αγγλικά;
Θα μου πεις διεθνής γλώσσα!
Σε αυτό συμφωνώ,αλλά γιατί,ενώ έχεις μια υπέροχη γλώσσα δεν την προβάλλεις τουλάχιστον στα έργα σου!
Δεν μπορούσα πότε να καταλάβω πως ταινίες όπως οι 300, ο Μέγας Αλέξανδρος κ.τ.λ. δεν έχουν διαλόγους στα αρχαία ελληνικά τουλάχιστον στις προβολές τους στην Ελλάδα!Σίγουρα δεν μπορείς να βάλεις ελληνικά σε μια παραγωγή της Αμερικής αλλά γιατί να μην μεταγλωττίσεις την ταινία πριν προβληθεί στην Ελλάδα;
Δηλαδή αν γυρίσουμε στην μεγάλη οθόνη μια αρχαία τραγωδία και η ταινία προβληθεί στο εξωτερικό θα βάλουμε αγγλικούς διαλόγους;;;
Και τελειώνοντας την ανάρτηση θα σας φέρω ένα παράδειγμα με την Ισπανία.
Όποιος έχει πάει εκεί και έχει δει ισπανική τηλεόραση θα παρατήρησε ότι ακόμα και αμερικάνικες παραγωγές όταν προβάλλονται στην τηλεόραση είναι όλες μεταγλωττισμένες !
Και εκτός αυτού όποιος βλέπει ταινίες τρόμου σίγουρα θα έχει δει το Rec!
Και οι 3 ταινίες(γιατί είναι τριλογία) έχουν προβληθεί τόσο σε Ευρώπη όσο και σε Αμερική!
Και στις 3 ταινίες η μόνη γλώσσα που ακούγεται είναι τα ισπανικά!
Γιατί να μην προβάλουμε λοιπόν  και εμείς τα ελληνικά στις ελληνικές ταινίες που δεν μένουν μόνο εντός συνόρων;;;

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

"Το Μεγάλο Μας Τσίρκο"


Μιας και έχουμε μπει όλοι στο κλίμα του χειμώνα, πιάσανε και οι πρώτες βροχές, καλωσορίσαμε και τις ιώσεις, έρχομαι να μιλήσω για το καλοκαίρι! Τον Αύγουστο που απολάμβανα τις καταγάλανες παραλίες της Χαλκιδικής, μια μέρα οι γονείς μου και η αδερφή μου είδαν αφίσες που παρουσίαζαν μια παράσταση "Το Μεγάλο μας Τσίρκο". Είδαν δε ότι διεύθυνε κι επί σκηνής ο Σταύρος Ξαρχάκος και κατενθουσιάστηκαν! Σημείωσαν μέρα και ώρα και εκστασιασμένοι αναφώνησαν ότι δε θα μπορούσαμε να χάσουμε αυτήν την παράσταση! Και εγώ η ανίδεη έμεινα με την απορία στο βλέμμα να ρωτάω γιατί αυτή η παράσταση ήταν τόσο σημαντική και ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο περίφημος Σταύρος Ξαρχάκος! (Ντροπή μου το ξέρω τώρα! Όμως δείξτε λίγη επιείκεια αγαπητοί καθηγητές! 10 χρόνια στα θρανία το σχολείο δε μας μίλησε ποτέ γι' αυτά!)
Εν πάση περιπτώσει, πήγαμε τελικά στην παράσταση οικογενειακώς μαζί και με κάποια ξαδέρφια μου και περίμενα με ανυπομονησία να δω προς τι όλος αυτός ο σαματάς! Στις ερωτήσεις μου για την παράσταση δεν πήρα καμία απάντηση, παρά μόνο κάτι ασυνάρτητα που μόνο οι γονείς και η αδερφή μου καταλάβαιναν! Μου έλεγαν, θα καταλάβεις. ...Και κατάλαβα.
Το θεατρικό αυτό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ανέβηκε πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1973 (εν καιρώ χούντας δηλαδή) στο θέατρο "ΑΘΗΝΑΙΟΝ" από την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Στο έργο συμμετείχε και ο Νίκος Ξυλούρης, ερμηνεύοντας τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου (Ναι, ναι, μου λύθηκαν οι απορίες!). Τα σκηνικά επιμελήθηκε ο Ευγένιος Σπαθάρης. Πρωταγωνιστούσαν ακόμη οι: Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Στέλιος Κωνσταντόπουλος, Νίκος Κούρος, Τίμος Περλέγκας και Χρήστος Καλαβρούζος.

Μέσα από την κωμικοτραγική -θα έλεγε κανείς- παρουσίαση των γεγονότων σε συνδυασμό με μεγάλη δόση σάτυρας και με το αλληγορικά γραμμένο του κείμενο, στόχευε τότε στην αφύπνιση του ελληνικού λαού και στην εξέγερση ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς που είχε επιβληθεί. Το έργο αποτελεί μια ιστορική αναδρομή, αναφέροντας τα κυριότερα "πάθη" του ελληνικού λαού, τις ήττες, τους αγώνες, το αίμα που χύθηκε για την πολυπόθητη ελευθερία...Ξεκινώντας λοιπόν αυτήν την αναδρομή από την Τουρκοκρατία, συνεχίζει με τη βασιλεία του Όθωνα και τους υπόλοιπους κυβερνήτες της ανεξάρτητης Ελλάδας και φτάνει ως τη Μικρασιατική καταστροφή και τον πόλεμο του '40.
Το 1973 που η παράσταση ανεβαίνει για πρώτη φορά, σπάει τα ταμεία. Περίπου 400.000 εισητήρια πουλήθηκαν και λόγω αυτή της τόσο μεγάλης προσέλευσης,οι παραστάσεις χαρακτηρίστηκαν οι μαζικότερες πολιτικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας μέχρι το Πολυτεχνείο. Η χούντα κατάλαβε ότι επρόκειτο για ένα αντιστασιακό έργο και φυσικά διέκοψε τις παραστάσεις συλλαμβάνοντας την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Τον Νοέμβριο του 1973 αποφυλακίζονται και συνεχίζουν τις παραστάσεις. Από την παράσταση οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο υιοθετούν συνθήματα όπως τα: "ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" και "ΦΩΝΗ ΛΑΟΥ ΟΡΓΗ ΘΕΟΥ".
Ένα απόσπασμα της παράστασης όπου μιλάει ο Κολοκοτρώνης μέσα απ' το άγαλμα άξιζε -για μένα- ίσως περισσότερο :

«… Κι αν θέτε στ’ αλήθεια να τιμήσετε εμάς τους παλιούς, μη μας τηράτε πλέον. Κάμετε δικό σας δρόμο, πάτε μπροστά και λησμονήστε μας! Εμάς το έργο μας και ο καιρός μας πέρασε και δε μοιάζει με το δικό σας. Μη σας λένε πως εμείς, αγράμματοι, μ’ ένα ξεροκόμματο και με την πίστη στο Χριστό κάναμε θάματα!…Που ‘σαι ορέ Καραϊσκάκη να τα πεις καλύτερα!…
Εμείς επολεμήσαμε για να ‘χετε εσείς τα γράμματα και το ψωμί που δεν είχαμε και να μη χρειάζεστε θάματα για να ζήσετε ζωή ανθρώπινη… Έι Παπαφλέσσα σήκω και βοήθα. Αφήστε το δικό μας αγώνα και κοιτάτε το δικό σας… Πού είναι η Τρίτη του Σεπτέμβρη, πού είναι το Σύνταγμά σας;… Ο Σεπτέμβρης είναι παιδί του Μάρτη κι εσείς παιδιά δικά μας. Οι πεθαμένοι με τα πεθαμένα κι οι ζωντανοί με τα ζωντανά.. Εμείς τι άλλο να θέμε;.. Πού ‘σαι Καραΐσκο!… Φλέσσα!… Ανδρούτσο… Έμπα μπροστά γέρο πλαπούτα… Άι μπράβο… παίξε μας ένα τσάμικο…». 
Ναι, πέθαναν τόσοι για να είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι, πέθαναν τόσοι για να πάρουν πίσω και τη δική τους ελευθερία, όμως πέθαναν. Τους τιμάμε τόσα χρόνια, μαθαίνουμε γι' αυτούς από τη στιγμή που πατάμε στο σχολείο, μαθαίνουμε να είμαστε ευγνώμονες. Και δε λέω ότι δε θα 'πρεπε να είμαστε ή ότι πέθαναν άδικα. Όμως όπως γράφει και ο Καμπανέλλης στο συγκεκριμένο απόσπασμα, πάμε μπροστά, κάνουμε το δικό μας αγώνα, γράφουμε τη δική μας ιστορία! Το θεατρικό αυτό έργο είναι φυσικά πολύ επίκαιρο. Έχουμε εμείς την ελευθερία μας; Μήπως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε πραγματικά; Μήπως είναι καιρός να γράψουμε τη δική μας ιστορία; Να σταματήσουμε να κρυβόμαστε πίσω από "πατριωτισμούς" , να βγούμε απ' τη σκιά των "ηρώων" της Ελλάδος; Έλληνες, Αφρικάνοι, Κινέζοι, Πακιστανοί, άσπροι, μαύροι, κόκκινοι και μπλε πουά, είμαστε όλοι άνθρωποι. Και αξίζει να αγωνιστούμε -κατά τη γνώμη μου- όχι για την "πατρίδα" που κάποιοι έχουν τόσο ψηλά. Δε μου λέει κάτι αν γεννήθηκα μέσα στα σύνορα που ονομάζονται Ελλάδα ή κάτι χιλιάδες χιλιόμετρα πιο πέρα. Είμαστε άνθρωποι. Και οι άνθρωποι αξίζει να αγωνιστούμε για την ελευθερία μας. Αυτή που ακόμα και σήμερα μας παίρνουν σιγά-σιγά μέσα απ' τα χέρια μας χωρίς καν να το καταλάβουμε. Το θεατρικό αυτό έργο του Καμπανέλλη περνάει μηνύματα αντιρατσιστικά, αντιφασιστικά,αντιεξουσιαστικά...και μπορεί σε κάποια σημεία να "σε παίρνει από κάτω" όμως φεύγεις με μία περίεργη αίσθηση . Δε φεύγεις αδιάφορος. Φεύγεις ξύπνιος, με ανοιχτό μυαλό, με θέληση και πάνω απ' όλα, με ελπίδα.


(Και μερικά απ' τα τραγούδια που μ' άρεσαν περισσότερο!)












Ααα! Και για όσους ενδιαφέρονται, η παράσταση συνεχίζει στο θέατρο "Ακροπόλ" , περισσότερες πληροφορίες εδώ: http://www.acropoltheater.gr/2012/10/%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CF%83-%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%BA%CE%BF/    

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Τα φαντάσματα της ελίτσας και το φάντασμα του γάμου - κατά Javier Marìas



Βλέποντας ότι η περί φαντασμάτων ανάρτηση της ελίτσας άνοιξε την όρεξη για κουβέντα, είπα να σας αντιγράψω κάποιες αρκετούτσικες γραμμές από το μυθιστόρημα του Javier Marìas "Καρδιά τόσο άσπρη", γραμμές και ιδέες κάπως αιρετικές γαι το θεσμό του γάμου, μήπως και διατηρήσουμε την όρεξή μας για ανταλλαγή απόψεων.
Με τον ισπανό Javier Marìas είχαμε ασχοληθεί και παλιότερα στο μπλογκ μας, οπότε παρακάμπτουμε την κριτική και την παρουσίαση του βιβλίου και παραθέτουμε κατευθείαν το απόσπασμα:

« Από τότε που σύναψα το γάμο ( και αυτό είναι ένα ρήμα σε αχρηστία, αλλά πολύ παραστατικό και χρήσιμο) άρχισα να έχω ένα σωρό προαισθήματα καταστροφής, προαισθήματα όμοια μ’ εκείνα που σου προκαλεί μια απ’ αυτές τις αρρώστιες από τις οποίες ποτέ δεν ξέρεις με βεβαιότητα πότε θα θεραπευτείς. Η έκφραση αλλάζω κατάσταση, που συνήθως τη χρησιμοποιούμε με ελαφρότητα και γι’ αυτό δε λέει και πάρα πολλά, είναι αυτή που μου φαίνεται πιο κατάλληλη και ακριβής για την περίπτωσή μου, και της προσδίδω βαρύτητα, αντίθετα με ό,τι συνηθίζεται. Με τον ίδιο τρόπο που μια αρρώστια αλλάζει τόσο την κατάστασή μας ώστε μας αναγκάζει μερικές φορές να διακόψουμε τα πάντα και να κρεβατωθούμε ατέλειωτες μέρες και να βλέπουμε πια τον κόσμο μονάχα από το μαξιλάρι μας, έτσι και ο γάμος μου ήρθε να καταργήσει τις συνήθειές μου και ακόμη και τις πεποιθήσεις μου και, γεγονός πιο αποφασιστικής σημασίας, μέχρι και τη θεώρησή μου για τον κόσμο. Ίσως επειδή ήταν ένας γάμος κάπως όψιμος, ήμουν τριάντα τεσσάρων χρόνων όταν τον σύναψα. (…)


Αυτή η αλλαγή κατάστασης, όπως και η αρρώστια, έχει ανυπολόγιστες συνέπειες και διακόπτει τα πάντα, ή τουλάχιστον δεν επιτρέπει σε τίποτα να συνεχίσει να είναι όπως πριν: δεν μας επιτρέπει, για παράδειγμα, μετά τη βραδινή έξοδο για φαγητό ή για σινεμά να πάει ο καθένας στο σπίτι του και να χωρίσουμε, κι εγώ με το αυτοκίνητο ή μ’ ένα ταξί ν’ αφήσω τη Λουΐσα στην πόρτα του σπιτιού της κι ύστερα, αφού θα την έχω αφήσει, να κάνω μόνος μου μια βόλτα στους μισοάδειους και πάντα καταβρεγμένους δρόμους, και φυσικά να σκέφτομαι εκείνη και το μέλλον, μόνος μου, στο δρόμο για το σπίτι μου. Μετά το γάμο, βγαίνοντας από το σινεμά, τα βήματα κατευθύνονται μαζί προς το ίδιο μέρος ( αντηχώντας χωρίς συγχρονισμό, γιατί τώρα πια είναι τέσσερα τα πόδια που περπατούν), όχι όμως επειδή έχω αποφασίσει να τη συνοδέψω ούτε καν επειδή το συνηθίζω και μου φαίνεται σωστό και ευγενικό να το κάνω, αλλά επειδή τώρα τα πόδια δεν διστάζουν πάνω στο υγρό οδόστρωμα ούτε το σκέφτονται ούτε αλλάζουν γνώμη ούτε μπορούν να το μετανιώσουν ούτε καν να επιλέξουν: τώρα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πάμε στο ίδιο μέρος, είτε το θέλουμε είτε όχι απόψε, ή ίσως να ήταν χτες το βράδυ που εγώ δεν ήθελα (…)

Αυτή η αλλαγή, λοιπόν, δεν αφήνει να συνεχίσει τίποτα να είναι όπως πριν, πολύ περισσότερο αν, όπως συμβαίνει συνήθως, έχει προαναγγελθεί από μια κοινή προσπάθεια, η κυριότερη δυνατή έκφραση της οποίας είναι η επιτηδευμένη προετοιμασία ενός κοινού σπιτιού, που δεν υπήρχε πριν ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον, αλλά που πρέπει να εγκαινιαστεί και από τους δύο, επιτηδευμένα. Σ’ αυτή την ίδια συνήθεια ή την πρακτική, πολύ διαδεδομένη απ’ όσο ξέρω, βρίσκεται η απόδειξη ότι στην πραγματικότητα, από τη στιγμή της σύναψης του γάμου, οι δύο συμβαλλόμενοι απαιτούν μια αμοιβαία κατάργηση ή εκμηδένιση, την κατάργηση εκείνου που ο καθένας υπήρξε και εκείνου που ο καθένας ερωτεύτηκε ή του οποίου είδε τα προτερήματα, μια και δεν προηγείται πάντοτε ο έρωτας, μερικές φορές ακολουθεί, άλλες φορές πάλι δεν συμβαίνει ούτε μετά ούτε πριν. Δεν είναι δυνατό να συμβεί. Η εκμηδένιση του καθενός, εκείνου που ο άλλος γνώρισε, εκείνου με τον οποίο δημιούργησε μια σχέση και τον οποίο αγάπησε, φέρνει μαζί της την εξαφάνιση των σπιτιών και των δύο, ή συμβολίζεται μ’ αυτήν. Έτσι λοιπόν, δυο άνθρωποι που είχαν τη συνήθεια να υπάρχει ο καθένας για τον εαυτό του και να είναι ο καθένας σε άλλο χώρο, να ξυπνάει ο καθένας μόνος του και πολύ συχνά να πλαγιάζει κιόλας μόνος του, βρίσκονται αίφνης τεχνητά ενωμένοι στον ύπνο και στο ξύπνημά τους, ή καθώς περπατούν στους μισοάδειους δρόμους στην ίδια κατεύθυνση ή ανεβαίνουν μαζί στο ασανσέρ, όχι πια ο ένας ως επισκέπτης κι ο άλλος ως οικοδεσπότης, ούτε πηγαίνοντας ο ένας να πάρει τον άλλον ή αυτός κατεβαίνοντας για να συναντήσει εκείνον, που περιμένει στο αυτοκίνητο ή δίπλα σ’ ένα ταξί, αλλά και οι δυο μαζί χωρίς επιλογή, με μερικά δωμάτια και ένα ασανσέρ κι ένα κατώφλι που δεν ανήκαν σε κανέναν και τώρα ανήκουν και στους δύο, μ’ ένα κοινό μαξιλάρι για το οποίο είναι πια αναγκασμένοι να μαλώνουν μέσα στον ύπνο τους και από το οποίο, ακριβώς όπως ο άρρωστος, θα καταλήξουν κι αυτοί να βλέπουν τον κόσμο». ( σελ. 16-19)

(Pieter Breugel, χωριάτικος γάμος, 1568)

Και μια μέρα πριν το γάμο του, ο αφηγητής του Javier Marìas αναλογίζεται:


« Από αύριο, και φαντάζομαι για πολλά χρόνια, δεν θα μπορώ να επιθυμώ να δω τη Λουΐσα, γιατί θα τη βλέπω μόλις ανοίγω τα μάτια μου. Δεν θα μπορώ ν’ αναρωτιέμαι τι διάθεση θα έχει σήμερα ούτε πώς θα είναι ντυμένη, γιατί θα βλέπω το πρόσωπό της από την αρχή της μέρας και ίσως θα τη βλέπω να ντύνεται, μπορεί ακόμα και να ντύνεται όπως εγώ θα της ζητάω, αν της λέω τις προτιμήσεις μου. Από αύριο δεν θα υπάρχουν οι μικρές άγνωστες λεπτομέρειες που εδώ κι ένα χρόνο σχεδόν γέμιζαν τις μέρες μου, που μ’ έκαναν να ζω αυτές τις μέρες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δηλαδή σε μια κατάσταση αόριστης αναμονής και αόριστης άγνοιας. Θα ξέρω πάρα πολλά, θα ξέρω περισσότερα απ’ όσα θέλω να ξέρω για τη Λουΐσα, θα έχω μπροστά μου ό,τι μ’ ενδιαφέρει από κείνη και ό,τι δεν μ’ ενδιαφέρει, δεν θα έχω πια δυνατότητα επιλογής ή εκλογής, την πιο ασήμαντη, την ελάχιστη καθημερινή εκλογή που σήμαινε να τηλεφωνηθούμε, να κανονίσουμε ραντεβού, να συναντηθούμε με τα μάτια του ενός να ψάχνουν τον άλλο στην είσοδο του κινηματογράφου ή ανάμεσα στα τραπέζια ενός εστιατορίου, ή πάλι ο ένας να ετοιμάζεται και να ξεκινά να επισκεφτεί τον άλλον. Δεν θα βλέπω το αποτέλεσμα, αλλά τη διαδικασία, που ίσως να μη μ’ ενδιαφέρει. Δεν ξέρω αν θέλω να βλέπω πώς βάζει το καλσόν της και πώς το στερεώνει στη μέση και στους γοφούς, ούτε να ξέρω πόση ώρα περνάει στο μπάνιο το πρωί, αν βάζει κρέμες για να κοιμηθεί ή τι διάθεση έχει όταν ξυπνάει και με βλέπει δίπλα της. Νομίζω πως τις νύχτες δεν θέλω να τη βρίσκω κάτω από τα σεντόνια με νυχτικό ή με πιτζάμες, αντίθετα θέλω να τη γδύνω βγάζοντάς της τα ρούχα του δρόμου, να της αφαιρώ την εμφάνιση που είχε ολόκληρη τη μέρα, όχι αυτή που μόλις θα έχει αποκτήσει μπροστά μου, ενώ θα είμαστε μόνοι στο δωμάτιό μας, ίσως γυρίζοντάς μου την πλάτη. Νομίζω πως δεν θέλω αυτή την ενδιάμεση φάση, όπως επίσης δεν θέλω μάλλον να ξέρω και πολύ καλά ποια είναι τα ελαττώματά της, ούτε να μάθω υποχρεωτικά αυτά που πρόκειται να αποκτήσει καθώς θα περνούν οι μήνες και τα χρόνια, αυτά που αγνοούν οι άλλοι που θα τη βλέπουν, που θα μας βλέπουν. Νομίζω πως επίσης δεν θέλω να χρησιμοποιώ το εμείς, να λέω πήγαμε ή θα αγοράσουμε ένα πιάνο ή θα κάνουμε παιδί ή έχουμε μια γάτα». ( σελ 94-5)
(Pieter Breugel, χορός σε χωριάτικο γάμο, 1607)

Λοιπόν, καλά μας τα λέει ο εμμονικός αφηγητής του κ. Javier Marìas;;

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

                                                               
  ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

Όπου κι αν γυρίσω το κεφάλι μου είναι εκεί.
Με ακολουθούν αδιάκοπα. Δεν κουράζονται άραγε;
Στοιχειώνουν το μυαλό μου και τις σκέψεις μου σα φαντάσματα.
Δε με αφήνουν; Δεν τις αφήνω; Ίσως και τα δύο.
Παίρνω ζωή μέσα απ΄αυτές.
Έρχονται ξανά οι εικόνες από στιγμές όμορφες.
Λίγη προσωρινή ευτυχία πλανιέται στην ατμόσφαιρα.
Ένα δειλό χαμόγελο σχηματίζεται.
Όμως σιγά σιγά όλα γίνονται θολά.
Δεν υπάρχει πια τίποτα χαρούμενο.
Μόνο εγώ να 'μαι εδώ. Μόνη μου.
Παρέα με τις αναμνήσεις.
Είναι ότι έχει απομείνει από 'σένα και είναι τόσες πολλές.
Στο δρόμο, στην πλατεία, στο καφέ που πηγαίναμε.
Παντού αναμνήσεις.
Δε με αφήνουν...
Με στοιχειώνουν...
Σαν τα φαντάσματα...!!