Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

"Ο καιόμενος" εμπνέει



Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ'αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.


Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές

άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

-Τάκης Σινόπουλος

Ο Σταύρος Βατικιώτης, μαθητής του Γ1, εμπνευσμένος από το ποίημα του Τάκη Σινόπουλου και ειδικότερα από τους τρεις τελευταίους στίχους, γράφει:

Σε κάθε εποχή οι άνθρωποι διαιρούνται σε ομάδες ανάλογα με την αντίδρασή τους στα κοινωνικά ζητήματα. Μια ομάδα απαρτίζουν εκείνοι που ταυτίζονται με τη συμπεριφορά του καιόμενου. Αυτοί δεν μπορούν ν’ αντέξουν την καταπίεση από οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα. Προχωρούν σε ρηξικέλευθες πράξεις δίχως να υπολογίζουν τις θυσίες που απαιτούνται. Επιχειρούν όχι μόνο να δείξουν την αγανάκτησή τους στους άρχοντες αλλά και να αφυπνίσουν «το υπόλοιπο κοπάδι». Παίρνουν, δηλαδή, τη θέση των πνευματικών ανθρώπων, των οποίων η πλειοψηφία «τακτοποιείται» με θέσεις εξουσίας που κατέχει και περνά στη «ληθική»( με την έννοια της λήθης) εποχή.



Αυτή η πράξη του καιόμενου αποτελεί μια συγκινητική θυσία, μια ενέργεια απόγνωσης, δείχνοντας όμως το μεγαλείο, τη δύναμη της ψυχής και την απέχθεια προς το σύστημα από τον άνθρωπο. Πετυχαίνει, όμως, το σκοπό του; Υπάρχει έστω και ένας ικανός ( σωματικά και ψυχικά) να ακολουθήσει το παράδειγμά του βουτώντας κι εκείνος στην πυρά; Πολύ σπάνια.Και αυτό όχι γιατί υπάρχει φόβος (άλλωστε στην Ελλάδα υπάρχει – θεωρητικά – δημοκρατία), αλλά γιατί έχει μεταδοθεί στον ελληνικό λαό πνευματική αλλοίωση. Αλλοίωση στην ηθική, στις αξίες, στον τρόπο σκέψης. «Κοίτα τον εκεί τι κάνει! Ευτυχώς, δεν είμαι σαν κι αυτόν!».



Αύριο ίσως είσαι κι εσύ, όμως. Κι όλη την κοινωνική αναλγησία και απόρριψη που έδωσες, το ίδιο θα δεχτείς. Γιατί μπορεί τα λεφτά, το επάγγελμα να μην είναι αξιοκρατικό, αλλά στις κοινωνικές σχέσεις ισχύει το αρχαίο « δούναι και λαβείν», το νεοελληνικό ελεύθερα μεταφρασμένο « ό,τι δίνεις, παίρνεις». Μια παλιά παροιμία μιλάει για κάποιον που παρακολουθούσε απ’ το παράθυρό του. Ήρθαν και πήραν τον εβραίο. Δε μίλησε. Ήρθαν και πήραν τον ομοφυλόφιλο. Δε μίλησε. Πήραν το « μαύρο» . Δε μίλησε. Όταν ήρθαν να πάρουν αυτόν, όμως, κανείς δε μίλησε, γιατί δεν είχε μείνει κανένας. Το σύστημα θα σε εξοντώσει, όλους θα τους εξοντώσει. Είναι η διαπίστωση ενός τετράχρονου παιδιού, όταν εκείνο και είκοσι παιδιά έπαιζαν σε διαφορετικές σκακιέρες ταυτόχρονα με ένα μεγάλο σκακιστή. « Θα τους νικήσει όλους», είπε ηττημένος κι εκείνος. Αυτό το « θα τους νικήσει όλους» δεν καταλαβαίνει κανένας ενήλικας στην κοινωνία. Η αλήθεια είναι ότι αργά ή γρήγορα όλοι θα χάσουν. Το πόσο αργά ή το πόσο γρήγορα έχει ουσιαστικά μια διαφορά: όσο περισσότερο αργεί το «μοιραίο», τόσο περισσότερες ευκαιρίες έχει κάποιος να αντιδράσει. Γιατί ο πόνος της φωτιάς δε συγκρίνεται με την εικόνα των παιδιών σου να μην έχουν όνειρα, με την εικόνα των παιδιών σου να μην έχουν να φάνε. Γιατί ο πόνος στο σώμα του το ανθρώπινο δε λογαριάζεται μπροστά στην καθαρή του συνείδηση.



Δε θες να πέσεις στη φωτιά; Δε θα σε σπρώξω ούτε εγώ ούτε κανένας. Δε θες να βγεις στην πορεία, να απεργήσεις, να βρίσεις; Μην το κάνεις. «Όταν, όμως, πέσεις, δε θα βρεθούν ώμοι να σε κρατήσουν», σύμφωνα με μια φράση γραμμένη με μπογιά εδώ πιο πάνω, στην οδό Σόλωνος. Όταν εσύ αναγκαστείς ή σε ρίξουν οι δυνατοί στη φωτιά, μην κοιτάξεις γύρω σου. Δε θα υπάρχει ούτε ένας από αυτούς που αποκαλούσες «ψευτοϊδεαλιστές» και « κομμουνιστές» να σε τραβήξει ή να σε δει να αργοσβήνεις. Κανείς δε θα δει το δάκρυ που κυλάει στα μάτια σου. Είχες την ευκαιρία αντί για δάκρυ να έχεις λάμψη στα μάτια. Απλά την έχασες.

Ποια η δική σας γνώμη;

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Γενέθλια, βαφτίσια και ένα κάλεσμα

Εκεί, κάπου κοντά στα χριστούγεννα, γιορτάσαμε
ως ιστολόγιο τα τρίτα μας γενέθλια. Κεράκια δε σβήσαμε.
Όμως μαζευτήκαμε μια παρέα Και αποφασίσαμε
να συνεχίσουμε το blog στη συνεργατική λογική,
μαθητές και καθηγητές μαζί.
Διάθεσή μας να το ανοίξουμε σε όλους, να συμμετέχουν
όσο το δυνατό περισσότεροι, ώστε να δικαιώνεται
και το «καταστατικό» κειμενάκι που συνοδεύει
τον τίτλο από την πρώτη μέρα
που το σχολικό μας ιστολόγιο έβαλε πλώρη.
Αποφασίσαμε και να το βαφτίσουμε. Ο κυριότερος λόγος
για να μπορεί ο καθένας να εκφράζει ελεύθερα
τις προσωπικές του απόψεις, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα
ότι εκφράζει και τις απόψεις του 6ου Λυκείου Καλλιθέας
γενικώς και αορίστως. Και το ονομάσαμε «Σχεδία»
Σχεδία, γιατί η απόγνωση κι η ελπίδα μας,
η μοναξιά μας και η σωτηρία μας, το ναυάγιο,
η διάσωση κι η προοπτική μαζί.
Στη Σχεδία τα εφόδιά μας είμαστε εμείς
«ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα». Και μεσοπέλαγα ακόμα
κι όταν στεριά δε φαίνεται, η «μακρινή γραμμή των οριζόντων»
στέκει πάντα σαν πρόκληση μπροστά μας. Είναι το ελάχιστο
της ζωής που δεν παραιτείται. Ταξιδεύει. Καταφύγιο και ταξίδι μαζί.
Στον τόπο της προσδοκίας μας. Μέχρι τότε που θα τα καταφέρουμε και
«θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβικαινούριο,
ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα».
Όπως λέγαμε και πιο πάνω, βασικός στόχος μας να αποτελεί
το ιστολόγιο αυτό «βήμα (δια)λόγου, χώρο ζεστής συζήτησης
και νηφάλιας ανταλλαγής απόψεων, εκκολαπτήριο δημιουργικών ιδεών,
πεδίο συνάντησης μαθητών και καθηγητών, πρόταση ευθύνης,
συμμετοχής, ομαδικότητας». Γι’ αυτό και δε ζητάμε ευχές.
Συνεργασίες ζητάμε, μαθητών, παλιών και τωρινών,
καθηγητών, φίλων ακόμα, τις καταθέσεις σας ζητάμε,
τις παρεμβάσεις σας, να βοηθάμε όλοι να αντιλαμβανόμαστε
πως αυτές τις δύσκολες μέρες είμαστε ζωντανοί
και πως θα μείνουμε έτσι.
Παιδιά, βρείτε στο σχολείο τούς Σοφοπλάστες, τη Θετική,
τη Θεωρητική, το Νίκο, την Ioanna και γίνετε συνεργάτες,
αν θέλετε, δώστε το δικό σας στίγμα στο blog,
η Σχεδία μάς χωράει και όλους! Συνάδελφοι, περιμένουμε κι εσάς.
Όπως έλεγε ο Ρίτσος, στην Ανυπόταχτη Πολιτεία,
«Τραγουδήστε την πολιτεία μας. Τραγουδήστε την.
Πάντα στην ώρα της. Πάντα στην ώρα μας.
Τραγουδήστε. Παρών. Παρών. Παρών».

Σ’ αυτήν κιόλας την ανάρτηση περιμένουμε τις παρατηρήσεις σας
και τις προτάσεις σας για το σχολικό μας blog.

ΥΓ. Παραλίγο να το ξεχάσω: Την επιμέλεια της τελευταίας σχεδίασ-ης την είχαν οι Σοφοπλάστες, η Θετική, ενώ το γκράφιτι της 1ης φωτογραφίας της ανάρτησης του Γιώργου Ντούρα ( και, βέβαια, ζωγράφισαν όλοι!).

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Ο κ. Μάξουελ Σιμ τ' ακούει από την Πόπι

Στο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου παρακολουθούμε τον Μάξουελ Σιμ,
ένα 48άρη εγγλέζο με πολλά, είναι αλήθεια, προβλήματα:
Η γυναίκα του κι η κόρη του τον εγκατέλειψαν, ο ίδιος είναι σε άδεια
από τη δουλειά του λόγω κατάθλιψης κι ούτε ξέρει αν θα ξαναγυρίσει,
οι φίλοι κοντά του σπανίζουν, η σχέση του με τον πατέρα
του ιδιαζόντως προβληματική

Προσπαθεί να βρει το χώρο του, τον κόσμο του, τη ζωή του,
τον εαυτό του, σε μια Αγγλία η οποία στην αυγή του 21ου αιώνα
βρίσκεται σε οικονομική και κοινωνική κρίση – κάτι που
θα μας θυμίσει πολύ σημερινές δικές μας αναφορές।
Αναζητά την ταυτότητά του και τις δυνατότητές
του σε έναν κόσμο που δε δείχνει να προσφέρει πολλά στηρίγματα
Ή μήπως όχι; Ή μήπως χρειάζεται να σκύψει μέσα του
και μέσα στους άλλους, στις σχέσεις του με τους άλλους,
για να ανακαλύψει τις αξίες και τα συναισθήματα εκείνα
που θα νοηματοδοτήσουν ουσιαστικότερα τη ζωή του;
Ο Κόου συνυάζει τα ταξίδια και τις περιπλανήσεις που κάνει
ο ήρωάς του με τις ενδοσκοπήσεις του, τα εσωτερικά του ταξίδια
Κι όλα αυτά τα περιβάλλει με ένα παιχνιδιάρικο,
πνευματώδες κείμενο, με μια πλοκή που περνάει από πολλές εκπλήξεις,
απρόοπτα, διασταυρώσεις και επικίνδυνες στροφές।
Πλούσιο, σύγχρονο μυθιστόρημα, που ίσως θα μπορούσε κανείς να
του προσάψει κάποιες υπερβολές, αλλά που σίγουρα
προκύπτει απολαυστικό κι ενδιαφέρον।

Ας δούμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο, που είναι ό,τι πρέπει
για να αναδειχτούν κάποιοι προβληματισμοί που γεννά η εποχή μας,
η εποχή της κρίσης, και που δεν είναι καθόλου εύκολο να απαντηθούν.

Ο Μάξουελ, λοιπόν, καθώς περνάει τράνζιτ από
το αεροδρόμιο της Σινγκαπούρης,
γνωρίζει την Πόπι। Παρά τη διαφορά της ηλικίας τους – ο ένας σε λίγο
πατάει τα πενήντα, η άλλη ακόμα δεν έχει φτάσει τα τριάντα –
φαίνεται πως του ήρωά μας του καλαρέσει। Πιάνουν την κουβέντα
στο καφέ του αεροδρομίου, μιλάνε για τους εαυτούς τους
Η Πόπι μόλις του έχει περιγράψει την «περίεργη» δουλειά
που κάνει: Δηλώνει «αρωγός μοιχειών» (!) και εξηγεί πως ηχογραφεί
ήχους από αεροδρόμια (τις ανακοινώσεις των πτήσεων,
τους προορισμούς, τους χαρ/κούς ήχους του χώρου κλπ), ώστε,
πουλώντας τους σε ένα CD σε πελάτες της, να μπορούν
αυτοί να το χρησιμοποιήσουν, όταν τηλεφωνούν στους δικούς τους
και θέλουν να τους εξαπατήσουν σχετικά με το πού βρίσκονται!
Πάμε στη συνέχεια του κειμένου:
« Ένευσα αργά αργά, για να δέιξω πόσο είχα εντυπωσιαστεί.
« Και πληρώνουν οι άνθρωποι γι’ αυτό;» «Α, ναι», είπε η Πόπι
«Χοντρά λεφτά»। ( Τόνισε ιδιαίτερα τη λέξη «χοντρά».)
«Κοίτα να δεις που έχει εκπλαγεί!»
« Τι είδους άνθρωποι, δηλαδή;»
« Απ’ όλα τα είδη। Παντού υπάρχουν άνθρωποι δυστυχισμένοι
στο γάμο τους। Αλλά βέβαια, οι τιμές είναι αρκετά τσιμπημένες,
οπότε συνήθως προσελκύουμε έναν συγκεκριμένο τύπο πελατών
Στελέχη τραπεζών, επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, τέτοιους»
Με είχε ταράξει η χαλαρότητα με την οποία τα έλεγε όλα αυτά
Όσο κι αν έβρισκα την ιδέα του αρωγού μοιχειών γαργαλιστική,
μου φαινόταν επίσης και κάπως απαράδεκτη ηθικά।

« Και η …» είπα προσπαθώντας να επιλέξω με προσοχή
τα λόγια μου, «η ηθική διάσταση;» « Η ποια;» είπε η Πόπι.
« Απλώς αναρωτιόμουν αν έχεις καθόλου αναστολές για όλα αυτά.
Ξέρεις…για το γεγονός ότι βοηθάς κάποιους να εξαπατούν
άλλους ανθρώπους। Δε σε ενοχλεί στη – στη συνείδησή σου;»
«Α, αυτό»। Η Πόπι ανακάτεψε τον αφρό στον πάτο του φλυτζανιού της
και έγλειψε αφηρημένα το πλαστικό της κουταλάκι
« Έχω ξεπεράσει πια το στάδιο που σκοτίζομαι για τέτοια πράγματα
Έχω πτυχίο ιστορίας από την Οξφόρδη, ξέρεις Και ξέρεις τι δουλειές
έχω κάνει από τότε που το πήρα; Τις πιο σκατένιες
σκατοδουλειές του κόσμου Η καλύτερη απ’ όλες ήταν γραμματέας
του διευθυντή ενός κωλάδικου Η χειρότερη…Τέλος πάντων,
μάλλον δεν θες να την ξέρεις τη χειρότερη. Χώρια τους μήνες
της ανεργίας ενδιαμέσως. Αυτή η δουλειά μού παρέχει εύκολα λεφτά,
είναι κανονική και έχω άφθονο ελεύθερο χρόνο να κάθομαι
και να διαβάζω, να βλέπω ταινίες και να πηγαίνω σε γκαλερί,
δηλαδή τα πράγματα που πραγματικά μ’ αρέσει να κάνω»
« Ναι, το ξέρω πως αυτή τη στιγμή η κατάσταση είναι … δύσκολη.
Απλώς έλεγα-» « Ξέρεις, αρχίζεις να μου θυμίζεις τον Κλάιβ.
Το ίδιο ακριβώς πράγμα μου σχολίασε κι εκείνος όταν του είπα για
τη δουλειά. Και ξέρεις τι του απάντησα εγώ;»
Φυσικά και δεν ήξερα τι του απάντησε εκείνη. Δεν ήξερα καν
ποιος είναι ο Κλάιβ. Η πρώτη μου όμως – και μάλλον, η μοναδική – σκέψη
εκείνη την ώρα ήταν πως δεν μου άρεσε καθόλου που στην κουβέντα
είχε υπεισέλθει ήδη το όνομα ενός άλλου άνδρα.
« Βγήκα εκτός εαυτού μαζί του», είπε η Πόπι, «πράγμα που σπανίως
μου συμβαίνει με τον Κλάιβ. Του είπα λοιπόν: «Μπορείς
να το καταλάβεις ότι το μόνο πράγμα που δεν αντέχουν να ακούν
οι άνθρωποι της ηλικίας μου, είναι ανθρώπους της ηλικίας σου
να μας κάνουν διάλεξη περί ηθικής; Κοίτα τον κόσμο γύρω σου.
Τον κόσμο που εσείς κληροδοτήσατε σε μας. Θεωρείς ότι μας δίνει
κανένα περιθώριο να κάνουμε πράγματα βάσει αρχών;
Έχω βαρεθεί να ακούω για τη γενιά μου που δεν έχει αξίες!
Και πόσο υλιστές είμαστε. Και πως δεν καταλαβαίνουμε
τίποτα από πολιτική. Ξέρεις γιατί συμβαίνει αυτό; Για μάντεψε!
Ακριβώς, γιατί έτσι μας μεγαλώσατε εσείς! Μπορεί να είμαστε παιδιά
της κυρίας Θάτσερ, κατά τη γνώμη σας, εσείς όμως ήσασταν εκείνοι
που την ψηφίζατε, ξανά και ξανά, και μετά συνεχίσατε να ψηφίζετε
και όλους εκείνους που ακολούθησαν ακριβώς τα βήματά της.
Εσείς μας μεγαλώσατε έτσι ώστε να γίνουμε καταναλωτικά ζόμπι.
Εσείς πετάξατε από το παράθυρο όλες τις άλλες αξίες, έτσι δεν είναι;
Χριστιανισμός; Δεν τον έχουμε ανάγκη। Συλλογική ευθύνη;
Σε τι μας χρησίμευσε τελικά; Οι κατασκευές; Να φτιάχνουμε πράγματα;
Αυτά είναι για τους χαζούς! Ναι, ας βάλουμε αυτούς τους χαζούς εκεί,
στην Άπω Ανατολή να φτιάχνουν τα πάντα για λογαριασμό μας

κι εμείς μπορούμε να στρογγυλοκαθόμαστε μπροστά στην τηλεόραση
και να παρακολουθούμε τον κόσμο να πηγαίνει κατά διαόλου
– αλλά βέβαια σε ευρεία οθόνη υψηλής ευκρίνειας’»। Έγειρε στην πλάτη
της καρέκλας της και φάνηκε ελαφρώς αμήχανη που είχε μιλήσει
με τόσο πάθος। « Τέλος πάντων, αυτά, που λες, είπα στον Κλάιβ
όταν μου είπε πως κακώς κάνω αυτή τη δουλειά»
Αυτά τα ενδιαφέροντα ειπώθηκαν.
Άντε, να δούμε τι έχουμε να πούμε εμείς γι’ αυτά :-)

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Περί Μεταναστών του Θόδωρου Λιανού


Η Αθήνα τα έχει πια όλα. Ολα τα κακά και καλά των μεγαλουπόλεων. Τα καλά σε μικρή κλίμακα, τα κακά σε μεγάλη. Εχουμε λοιπόν μουσεία, βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια (ο Θεός να τα κάνει πανεπιστήμια), γκαλερί, αίθουσες συναυλιών κτλ. Εχουμε και πολλά κακά. Θόρυβο, σκουπίδια, κυκλοφοριακή συμφόρηση, κλοπές αναρίθμητες, εγκλήματα, ναρκωτικά, πορνεία, λαθρέμπορους, «νονούς», νταβατζήδες, συμμορίες κακοποιών, γκέτο παράνομων μεταναστών, οργανωμένη επαιτεία (γεμάτοι οι δρόμοι με ζητιάνους κάθε φύλου, φυλής, χρώματος και ηλικίας) κτλ. Εν όλω, η Αθήνα έχει γίνει μια δυσάρεστη, επικίνδυνη και κακιά πόλη. Σε ορισμένες περιοχές η κατάσταση, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων, έχει γίνει ανυπόφορη. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που, μόλις κλείσουν τα μαγαζιά, οι κάτοικοι φοβούνται να περπατήσουν στη γειτονιά τους. Ετσι λένε. Αν νομίζετε πως λένε υπερβολές, πηγαίνετε μια βόλτα το βραδάκι σε διάφορες γειτονιές των Πατησίων, της πλατείας Βικτωρίας, του Μεταξουργείου, και θα νιώσετε οι ίδιοι τον φόβο που τους διακατέχει. Οι κάτοικοι αυτών των περιοχών δεν διστάζουν να υποδείξουν και την αιτία αυτής της κατάστασης, δηλαδή τους παράνομους μετανάστες. Ανεξάρτητα από την ενοχή κάθε συγκεκριμένου νόμιμου ή παράνομου μετανάστη, η παρουσία δεκάδων χιλιάδων παρανόμων στην Αθήνα δημιουργεί κλίμα και συνθήκες στις οποίες το έγκλημα ανθεί. Εχω διατυπώσει τη γνώμη, σε άλλο κείμενο, ότι η πολιτική της Πολιτείας σε αυτό το ζήτημα πρέπει να είναι μία και απλή, δηλαδή η απομάκρυνση από τη χώρα όλων των παρανόμων, με κάθε τρόπο. Αν θέλουμε μετανάστες στη χώρα μας, αυτοί πρέπει να είναι επιλεγμένοι, μετρημένοι και νόμιμοι, με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που τους δίνει ο νόμος. Για τη γνώμη αυτή χαρακτηρίστηκα, και στο παρελθόν και σε ένα πρόσφατο συνέδριο για τη μετανάστευση, ρατσιστής και φασίστας. Δεν μου αρέσουν αυτοί οι χαρακτηρισμοί, διότι δεν είμαι ούτε το ένα ούτε το άλλο, και αναρωτήθηκα: Μήπως δεν σκέφτομαι καλά; Υστερα από σκέψη έφθασα σε ένα άλλο συμπέρασμα. Ισως δεν είναι δίκαιο και χριστιανικό να διώξουμε τους παράνομους και γι΄ αυτό προτείνω κάτι άλλο, πολύ απλό. Εκείνοι που δεν είναι ρατσιστές και φασίστες, αλλά πονόψυχοι και ελεήμονες, καλοί χριστιανοί που αγαπούν τον πλησίον τους είτε είναι από την Αφρική ή την Ασία ή την Αμερική, δίκαιοι και δημοκρατικοί και αισθάνονται συμπάθεια για τα δεινά των παρανόμων μεταναστών, ας πάρουν από έναν ή και δύο παράνομους στο δικό τους σπίτι και ας φροντίσουν για την τροφή τους, για τον ύπνο τους και για την ευδαιμονία τους γενικά. Δεν ειρωνεύομαι. Αν το σκεφθείτε λίγο, θα δείτε ότι αυτή η πρόταση δίνει μια εξαιρετικά καλή λύση. Ολοι ωφελούνται, χωρίς κανείς να χάνει. Οι ρατσιστές θα ηρεμήσουν, οι αγνοί αλτρουιστές θα έχουν κάνει την καλή τους πράξη, και μάλιστα σε μόνιμη βάση, και οι παράνομοι μετανάστες θα έχουν πραγματοποιήσει το όνειρό τους. Κάτι ανάλογο θα κάνουμε και με τις επόμενες δεκάδες χιλιάδες παρανόμων μεταναστών. Είναι μια κίνηση Ρareto, όπως λένε οι οικονομολόγοι. Επιπλέον, δεν θα χρειάζεται αυτή η απίστευτη υποκρισία των συναυλιών στον ναό του Αγίου Παντελεήμονος.
Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=377038&ct=123&dt=09/01/2011#ixzz1DxoHS1Hc

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας

( Χρόνης Μίσσιος,
σκίτσο απ' τον παγκόσμιο ιστό)
Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται, άπαξ, που λένε, σα μια μοναδική ευκαιρία.
Τουλάχιστον μ' αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται
να ξαναϋπάρξουμε ποτέ. Και μεις τι την κάνουμε, ρε, αντί να την ζήσουμε;
Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονώντας την...
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πώς είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη,
σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα...
Έτσι, μ'αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι,
σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος,
και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;
'Ολο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα,
να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ'την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες
που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας,
στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε
με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν
σαν "αξίες",σαν "ανάγκες",σαν "ηθική", σαν "πολιτισμό".
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων
επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά,
τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε
με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα,
να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα,
να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου
χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας,
να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας...
Όλα, όλα Σαλονικιέ τ'αφήσαμε για αυτό το αύριο που δε θα 'ρθει ποτέ...
Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε,
γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε
τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε,
πόσο σημαντικός ήταν για εμάς… Όμως το αφήσαμε για αύριο…
Για να πάμε που,ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος
και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις οι μαλάκες,
αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ'τη ζωή μας,
χαιρόμαστε. Ξέρεις γιατι; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη,
αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια
της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε έναν καθημερινό,
χωρίς καμμία ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος.
( Χρόνης Μίσσιος, "Χαμογέλα, ρε, τι σου ζητάνε",
εκδ. Γράμματα, 1988)


Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

" Πώς γίνεται όλος ο κόσμος να κοιμάται κι εμείς να ζούμε στην κόλαση;"

Αυτή η εκδήλωση ήταν έκπληξη – για όσους δεν την ετοίμασαν..
Ούτε κάποια επέτειος, ούτε κάποια εγκύκλιος,
ούτε ( μόνο) οι συνήθεις (καλλιτεχνικώς) ύποπτοι πρωταγωνιστές,
ούτε ευκαιρία να χάσουμε μάθημα.

Αυτή η εκδήλωση ήταν του Γ5. Ένα τμήμα, μια παρέα.
Μια δασκάλα που τους αγαπά και τους εμπνέει (Άννα Ζωγάκη).
Συνάδελφοι που βοήθησαν, όταν τους ζητήθηκε
( Γιώργος Καρατζής, Μπάμπης Στεφάνου, Άρτεμη Καλοφύρη).
Μια αφορμή από το μάθημα της έκθεσης.
Η διδασκαλία ενός μαθήματος που οδηγεί σε δημιουργίες των μαθητών.
Δούλεψαν όλοι. Διάβασαν, ερεύνησαν, τραγούδησαν,
οπτικοποίησαν, έφτιαξαν ταμπλό, διακόσμησαν,
μέχρι και που διαδήλωσαν..
Έτσι, διπλή η συγκίνηση για μας τους θεατές.
Απ’ τη μια να βλέπουμε τα παιδιά ενός τμήματος της Γ΄ λυκείου
να χαίρονται τη συλλογικότητα, να χαράζουν ήδη στη μνήμη τους
σχολικές στιγμές που θα τους συντροφεύουν για χρόνια ζεστά,
να εμπνέονται και να δημιουργούν, να βαθαίνουν τις σχέσεις μεταξύ τους
αλλά και με τα υπόλοιπα πρόσωπα του σχολικού χώρου,
να χρωματίζουν το καθημερινό γκρίζο.

Κι απ’ την άλλη, συγκίνηση για την ουσία της εκδήλωσης.
Μιας εκδήλωσης αλληλεγγύης στο λαό της Παλαιστίνης.
Διαβάστηκαν οι «Μονόλογοι απ’ τη Γάζα»,
κείμενα μαθητών απ’ την πολύπαθη Γάζα,
φωνές διψασμένες για ειρήνη και πατρίδα,
φωνές σπασμένες απ’ τη σκληρότητα του πολέμου,
ραγισμένες, αποκλεισμένες φωνές παιδιών
που αναζητούν το όνειρο και την ελπίδα
πίσω από τη μάσκα του τρόμου.
Το μάθημα του Γ5 έφτασε στη σκηνή και έγινε προβληματισμός όλων μας.
Εν πρώτοις, για το ίδιο το θέμα και τη στάση μας απέναντι σ’ αυτό.
Και δευτερευόντως, για τους εκπαιδευτικούς,
γι’ αυτό που μπορεί να είναι ένα δημιουργικό σχολείο,
ανοιχτό στην κοινωνία και στα καλέσματα των καιρών,
με ουσιαστικές σχέσεις ανάμεσα στα μέλη του.

Και κάτι τελευταίο: Η αίθουσα κατάμεστη - κι όμως:
Απόλυτη ησυχία, πηγαίος σεβασμός στη δουλειά των συμμαθητών,
ζεστή ανταμοιβή στο τέλος, με συμμετοχή και χειροκρότημα.
Η ουσιαστικότερη επιβράβευση.
Πρόβες, μετά το σχόλασμα, στο χειμωνιάτικο ήλιο


τα ταμπλό στην είσοδο

αρχίζουμε. σκοτεινή η αίθουσα, υποβλητικές αναγνώσεις,
συνοδεία ευαίσθητα επιλεγμένου οπτικού υλικού



παρεμβάλλονται τραγούδια.
παιγμένα απ' τα παιδιά
ή οπτικοποιημένα



κι άλλες αναγνώσεις κι άλλα τραγούδια. how many roads, Στέλιο,
Κεμάλ, imagine, Δωροθέα, Λίζα, κι άμα τα πάρεις, Γιώργο

ξαφνιάσματα:
αναγνώσεις απ' τις θέσεις του κοινού
we are thε world, we are the children, όλοι μαζί μια αγκαλιά,
η Δωροθέα στο μικρόφωνο κι όλοι μαζί...φωνές!

Λε-λε-λευτεριά,
λευτεριά στην Παλαιστίνη
και
ειρήνη ανθρωπιά δικαι-ο-σύνη
τα συνθήματα
της επί σκηνής διαδήλωσης του τέλους

Παιδιά, Άννα, συνάδελφοι,
μας συγκινήσατε και σας καμαρώνουμε!