Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Χωρισμοί κι αποχωρισμοί σε σημειώματα μαθητών


Κλείνουν αύριο τα σχολεία. Στο δικό μας οι μαθητές της τρίτης έρχονται να πάρουν τα αποτελέσματά τους και τα απολυτήρια.
Μια βιαστική τακτοποίηση στη βιβλιοθήκη έφερε στην επιφάνεια διάφορα που προορίζονταν για το ιστολόγιο, αλλά μέχρι τώρα …είχαν χάσει το δρόμο.
Σημειώματα χωρισμών και αποχωρισμών σήμερα.
Ζωγραφιές και ευχές που άφηναν μαθητές στη βιβλιοθήκη τις τελευταίες μέρες λίγο πριν τις εξετάσεις. Παρά τα χρώματά τους, διακρίνει κανείς μια μελαγχολία γι' αυτό που μένει πίσω.
Κι ακόμα, ένα σημείωμα της μαθήτριας Χ.Μ που … κολυμπάει στα βαθιά νερά της ερωτικής απογοήτευσης. Οι μεγαλύτεροι θα πρέπει να το θυμόμαστε συχνότερα: σχολείο και έρωτας συνοδοιπορούν…



Έτσι ξαφνικά κάποια στιγμή στη ζωή σου έρχεται μια νεράιδα και σ' αγγίζει με το ραβδί της. Ξαφνικά όλα αλλάζουν, οι νύχτες σου αποκτούν χρώμα και τα όνειρά σου βάφονται με τα πιο έντονα χρώματα. Έτσι ξαφνικά μπήκες κι εσύ στη ζωή μου, εισέβαλες στα όνειρά μου και έκανα μαζί σου ταξίδια μακρινά πάνω σ' ένα ουράνιο τόξο που πρόβαλε στην ψυχή μου μετά από καταιγίδα.
Όμως το όνειρο που περπατήσαμε μαζί χάθηκε, ξεθώριασε σαν τα κιτρινισμένα γράμματα που θα βρεις βαθιά στα συρτάρια της ψυχής μου.
Το μόνο που ήθελα ήταν να εξατμιστώ σα δροσοσταλίδα στα φύλλα της ψυχής σου, ήθελα να ακούσεις τους ήχους της καρδιάς μου τις νύχτες που γεμίζει το φεγγάρι, ήθελα να το βλέπω μέσα από τα δικά σου μάτια. Θέλω να ξέρεις πως έτσι ξαφνικά θα έρχεσαι στο μυαλό μου τις νύχτες που ο θεός θα στέλνει τα πιο μελαγχολικά του φεγγάρια στον ουρανό.
Να ξέρεις πως σ' αγαπάω, αλλά όλα όσα νιώθω για σένα είναι τόσο ονειρικά που δεν χωρούν στα μέτρα μιας μικρής πραγματικότητας. Γι' αυτό πιστέυω πως θα σε βρω σε μια άλλη διάσταση. Δεν είσαι δίπλα μου κι όμως τριγυρνάς στο μυαλό μου. Σαν όνειρο μοιάζεις, μακρινό και άπιαστο. Εμφανίζεσαι μες στη μοναξιά και φωτίζεις τα όνειρά μου.
Όπως το μισοφέγγαρο λαχταρά να γίνει πανσέληνος, έτσι κι εγώ, ψυχή μου, λαχταρώ να σε δω, να σε φιλήσω, να σ' αγκαλιάσω, να γίνω η φλόγα και να φωτίζω το δρόμο σου, να χρωματίζω το αόρατο πέπλο των ονείρων σου και να σου πω σιγανά και γλυκά το πόσο σ' αγαπώ. Σε βλέπω και μέσα στα μάτια σου χάνομαι, ταξιδεύω σ' ένα κόσμο εντελώς δικό μου, που μόνο εγώ μπορώ να φανταστώ.



Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

Μερικές φωτογραφίες από την Ελλάδα πριν από χρόνια

Αθήνα - Μουσείο Μπενάκη
Φωτογραφικό αρχείο



Β. Παπαϊωάννου : Περί το 1950

Σ. Μαλικόπουλος : Πόρος 1947


Ν. Τομπάζης : Σοκάκι στην Ύδρα , 1958



Π.Μπρούσαλη : Πόρος , περί το 1960



Β.Παπαϊωάννου : Μύκονος , 1951




Μ.Ζαγορήσιου : Καβάλα , 1946



Π.Μπρούσαλη : Μύκονος , 1960

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008


Το σχολείο μας…θερινό σινεμά!

( όχι, βέβαια! Η φωτογραφία ΔΕΝ είναι από το σχολείο μας! )

Τώρα που ανακοινώθηκαν οι βαθμοί, οι αγωνίες σιγά σιγά περνάνε …
ώρα για χαλάρωση!
Στην ταράτσα επιχειρήσαμε να στήσουμε ένα θερινό κινηματογράφο.

Ελάτε λοιπόν, παιδιά, γονείς, συνάδελφοι, γείτονες, φίλοι, διαδικτυακοί φίλοι,
αύριο Πέμπτη, 26 Ιουνίου και ώρα 21.15΄ στο σχολείο μας, σχολείο που θέλουμε να είναι ανοιχτό για όλους, ελάτε να αποχαιρετήσουμε τη σχολική χρονιά με μια ταινία (και) σχολικού ενδιαφέροντος.

Τα…παιδιά του 6ου Λυκείου Καλλιθέας προβάλλουν


…ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ,

τη γαλλική ταινία του 2005, σε Σκηνοθεσία & Σενάριο: Κριστόφ Μπαρατιέ, με τους Ζεράρ Γινιό Φρανσουά, Μπερλεάν Ζακ, Περίν Καντ, Μεράντ Ζαν-Μπατίστ, Μονιέ Μαρί Μπιουνέλ.


Να και η υπόθεση: 1948. Ο Κλεμέντ Ματιέ (Ζεράρ Γινιό), ένας άνεργος δάσκαλος μουσικής, βρίσκει δουλειά ως επιτηρητής σε ένα σωφρονιστικό οικοτροφείο ανηλίκων. Εκεί, μένει έκπληκτος από τη σκληρή πραγματικότητα της σχολικής ρουτίνας και κυρίως, από τις ακραίες και αναποτελεσματικές μεθόδους που μέχρι τώρα εφάρμοζε ο διευθυντής Ρασίν (Φρανσουά Μπερλάν).
Ο Ματιέ αποφασίζει να αρχίσει έναν αγώνα για να προσφέρει μια πνοή αλλαγής στο αυστηρό ίδρυμα, διδάσκοντας στους μαθητές του τη μαγεία και τη δύναμη της μουσικής, αλλάζοντας έτσι τις ζωές τους για πάντα. Ηταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους. Μόνο που κάποιος έπρεπε να τους το μάθει.

( Την έχετε δει; Ποια η γνώμη σας για την επιλογή; Εσείς ποια θα προτείνατε για επόμενη προβολή μας; )

Σας περιμένουμε, λοιπόν, όλους, με snacs και αναψυκτικά στην ταράτσα μας!

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

Ο μακρύς και δύσβατος δρόμος της ενηλικίωσης. Αναφορά στο βιβλίο " Μαύρος Κύκνος ", του David Mitchell, εκδ. Ελληνικά Γράμματα


Τις τελευταίες μέρες, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του David Mitchell " Μαύρος κύκνος" (σελ. 572, εκδ. Ελληνικά Γράμματα ) έκανα παρέα με ένα δεκατριάχρονο, τον Τζέισον Τέιλορ. Μου αφηγούνταν τη ζωή του, στα δεκατρία του χρόνια, σε ένα χωριό της βρετανικής υπαίθρου, το 1982.

Παρά τη βραδυγλωσσία του, ο Τζέισον είναι ένας γλαφυρός αφηγητής. Μιλώντας μου για τις προσωπικές του εμπειρίες στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον, ζωντάνευε, παράλληλα και όλη την εποχή των αρχών του '80, τα χρόνια της οικονομικής ύφεσης και της Μάργκαρετ Θάτσερ, των Duran Duran, των Talking Heads και του Έλβις Κοστέλο, του πολέμου των Φόκλαντς.

Η δυσκολία στην ομιλία του τον τοποθετεί στο περιθώριο των σχέσεων και της εκτίμησης των συμμαθητών του, τον κάνει εσωστρεφή, τον μαθαίνει να προσπαθεί μόνος, να αντιμετωπίζει με κόπο τα καθημερινά περιστατικά. Ευαίσθητος και παρατηρητικός καταγράφει τους χαρακτήρες και τις ενέργειές τους. Οι εφηβικοί φόβοι και μύθοι, οι πρώτες περιπέτειες έξω από το σπίτι, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, όλα, ο Τζέισον μου τα αφηγούνταν ολοζώντανα και παραστατικά.


Με κατάφερε. Πείσμωσα μαζί του. Ήμουν με το μέρος του, όταν αποτόλμησε την πρώτη του επανάσταση και τα έβαλε με τους δυνατούς. Ήθελα να τον παρηγορήσω, όταν έβλεπε τους γονείς του να απομακρύνονται ο ένας απ' τον άλλον, όταν, στο τέλος, άφηνε το σπίτι του, τη ζωή του στο χωριό του, για να ξαναδοκιμάσει να ξαναμετρηθεί με τις δυσκολίες του σε άλλο, καινούργιο, περιβάλλον.

Μού θύμιζε, σε μένα τον εκπαιδευτικό που όλο και περισσότερο ξεχνάω πώς ήμουν στα δεκατρία μου, μου θύμιζε πώς όλα μπορεί να είναι βουνά μπροστά μου, πόσο δύσκολη μπορεί να είναι η κάθε "πρώτη φορά", πόσο μυθικές ήταν οι διαστάσεις που είχαν κάποια πράγματα και κάποια πρόσωπα απέναντί μου. Τι κόμπος στο στομάχι είναι το "δεν ξέρω" στην ερώτηση του δασκάλου, το κριτικό βλέμμα μιας συμμαθήτριας, η με χίλιους τρόπους επιβολή των μεγάλων στη ζωή μου.

Δεν κάνω κριτική βιβλίου. Δηλώνω, απλώς, πως πέρασα καλά παρέα με τον Τζέισον Τέιλορ, εκεί στο Μπλακ Σουάν Γκριν, στη " μέση του πουθενά " της βρετανικής υπαίθρου.

Ο David Mitchell

Παραλλάσσω την ερώτηση του Νίκου Μαντζαβίνου σε προηγούμενη ανάρτηση. Εσείς, τι θυμόσαστε από τα δεκατρία σας; Ή: πόσο πρέπει να θυμόμαστε, καθώς καθημερινά μπαίνουμε στην τάξη, οι εκπαιδευτικοί; Ή, παιδιά του λυκείου,, πόσο μακρυά βρίσκονται τα δεκατρία σας χρόνια ; Πόσο νομίζετε πως έχετε κιόλας αλλάξει;

Αν θέλετε μια εκτενή και καλογραμμένη κριτική παρουσίαση του βιβλίου, βρήκα από τον καλό συγγραφέα Θεόδωρο Γρηγοριάδη, εδώ:
http://teogrigoriadis.blogspot.com/2008/05/blog-post_17.html

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008

"Απόψε βλέπω καθαρά τους γρίφους και τις λύσεις..."


Πέμπτη βράδυ,
κατεβαίνοντας τη Θησέως,
στο ύψος της Αγίας Ελεούσας


τι συμβαίνει;;;

μουσική,
κόσμος
προβολείς
στο προαύλιο του 2ου Λυκείου Καλλιθέας



Πρόκειται φυσικά για τη
ΓΙΟΡΤΗ ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΗΣ ΛΥΚΕΙΩΝ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ που οργανώθηκε στα πλαίσια του
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΔΡΟΜΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ





(όποια πέτρα κι αν σηκώσεις... )το 6ο Γενικό Λύκειο Καλλιθέας ξεσηκώνει τα πλήθη!!!


Γκράφιτι,

συγκροτήματα,

fans,

πάθος,

συμμετοχή.


ομάδες καλύπτουν με γκράφιτι τους τοίχους.



KOA crew:
Ο Αινείας, παλιός μαθητής μας -“LuPe” - και ο Βασίλης,- «Tgame”-




Μαθητικά συγκροτήματα στη σκηνή με τους οπαδούς τους να τους ενθαρρύνουν
Ανάμεσα στους συμμετέχοντες και τους θεατές πολλά δικά μας παιδιά –μαθητές, ή πρώην μαθητές του 6ου Λυκείου-



Σπύρος, Γιώργος, Αλέξης Παναγιώτης ...




Αλέξανδρος, Παναγιώτης, Θοδωρής...




κι άλλο, κι άλλο...


Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Βίνσεντ Βαν Γκογκ, το τέλος…




" η καρέκλα του Γκωγκέν", 1888

Στην Αρλ ο Βαν Γκογκ ξαναβρίσκει με χαρά τον Γκογκέν ο οποίος τον απαθανατίζει καθώς ζωγραφίζει τα «Ηλιοτρόπια».


Ο Βαν Γκογκ απεικονίζει τα λουλούδια αυτά σαν κλειστές ή μαδημένες μπάλες, και τον απασχολεί έντονα το κίτρινο, που το χρησιμοποιεί εξαντλώντας τις δυνατότητές του. Και αυτή ακριβώς η συνάντηση με τον πιο αγαπητό του φίλο, τον οποίο θεωρεί μεγάλο δάσκαλο, προξενεί την πρώτη σοβαρή κρίση που θα απειλήσει την ψυχική του υγεία. Ο Βαν Γκογκ δεν δέχεται την προσωπογραφία του Γκογκέν.
Δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του και δεν θέλει να ταυτιστεί μ´ αυτό τον άνθρωπο που ζωγραφίζει ηλιοτρόπια με ύφος τρελού. Μετά από έναν άγριο καβγά κι ενώ ο Γκογκέν επιστρέφει στο Παρίσι, κόβει το ένα του αυτί με ξυράφι. Στη συνέχεια θα καταγράψει ο ίδιος αυτό το επεισόδιο της ζωής του στην «Αυτοπροσωπογραφία με Κομμένο το Αυτί».


Στο νοσοκομείο του Σεν-Πολ τον περιθάλπει ένας νεαρός γιατρός, ο δρ. Ρε, που στη συνέχεια θα γίνει ένας από τους πρώτους και ειλικρινέστερους θαυμαστές του. Μόλις αναρρώνει ο Βαν Γκογκ κάνει το πορτρέτο του γιατρού του. όμως δεν έχει ξεπεράσει στο ελάχιστο την ηθική και ψυχολογική του κρίση. Ο Τέο ετοιμάζεται να παντρευτεί και ο Βαν Γκογκ εισπράττει το γεγονός αυτό ως εγκατάλειψη. Φεύγει, με την υποστήριξη του γιατρού Ρε, ελπίζοντας να θεραπευτεί στο άσυλο του Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς. Έτσι τελειώνει η περίοδος της Αρλ. Κατά τη διάρκεια της μίας και μοναδικής χρονιάς που κράτησε η εκεί παραμονή του, ζωγραφίζει διακόσιους περίπου πίνακες και καμιά εκατοστή σχέδια.


Ο Βαν Γκογκ αποδέχεται την ψυχική του κατάσταση με ηρεμία και καρτερία. Όμως οι κρίσεις ξαναρχίζουν και ωθούν τον Βαν Γκογκ στην απελπισία. Όταν είναι έτσι άσχημα δεν καταφέρνει να ζωγραφίσει, αλλά μόλις νιώθει καλύτερα ξαναπιάνει το πινέλο. Παράγει εκατόν πενήντα πίνακες και εκατό σχέδια. Η τέχνη του αλλάζει. Το χρώμα δεν έχει πια το ίδιο βάρος. Τώρα τον απασχολούν περισσότερο οι φόρμες που γίνονται κυματιστές και ανήσυχες.


Χάρη στη διαμονή του στο Σεν-Ρεμί η υγεία του Βαν Γκογκ αποκαθίσταται γρήγορα. Ο αδερφός του Τεό, παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, του ζητάει να επιστρέψει. Ο Βαν Γκογκ φτάνει στο Παρίσι το Μάιο του 1890. Έχει πια καθιερωθεί καλλιτεχνικά. Ξαναβλέπει με ευχαρίστηση τους παλιούς φίλους του, τον μπάρμπα-Τανγκί, τον Πισαρό, τον Τουλούζ-Λωτρέκ. Στο σπίτι του αδερφού του ξαναβρίσκει τους πίνακες που ζωγράφισε και καθώς αναλογίζεται την πορεία που διήνυσε αισθάνεται ικανοποιημένος. Όμως αυτό είναι μόνο μια ανάπαυλα. Η πόλη τον κουράζει και τον αναστατώνει. Μένει στο Παρίσι τέσσερις μέρες. Στο εξής, η ανάγκη να αμυνθεί στους παροξυσμούς της αρρώστιας θα αποτελέσει το κίνητρο των νέων του περιπλανήσεων.

Ο αδερφός του, αντιμετωπίζοντας οικονομικές δυσκολίες, δεν έρχεται να τον επισκεφθεί στην Οβέρ, όπου έμενε τότε, έτσι, αποφασίζει να πάει εκείνος να τον βρει στο Παρίσι. Η συνάντησή του με τον αδερφό του και τη νύφη του, μια Κυριακή στις αρχές του Ιουλίου, καταλήγει σε καβγά.

Ο Βαν Γκογκ έχει την εντύπωση ότι όλα γκρεμίζονται γύρω του. Περνά την 14η Ιουλίου ολομόναχος. Σ´ ένα γράμμα του στον Τεό, στις 23 Ιουλίου, του μιλά για τη ματαιότητα της ζωής. Στις 27 Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, ο Βαν Γκογκ κατευθύνεται προς τα σταροχώραφα, όπως τόσες άλλες φορές. Δεν έχει όμως μαζί του ούτε πινέλα, ούτε καβαλέτο, μόνο ένα περίστροφο για να χτυπήσει κοράκια. Σε μια στιγμή βαθιάς απελπισίας, το στρέφει στον εαυτό του.

Τραυματισμένος κατορθώνει να φτάσει μέχρι το καφενείο Ραβού, όπου έχει νοικιάσει ένα δωμάτιο. Ο γιατρός Γκασέ ειδοποιείται και σπεύδει να τον σώσει. Διαπιστώνει όμως ότι η σφαίρα δε γίνεται να αφαιρεθεί. Όταν το επόμενο πρωί φτάνει ο Τεό, βρίσκει τον αδερφό του καθισμένο ήσυχα στο κρεβάτι του να καπνίζει την πίπα του. κουβεντιάζουν όλη τη μέρα στα Ολλανδικά και ξαναβρίσκουν τη συμπόνια του παλιού καλού καιρού.

Το βράδυ ο Τεό δε φεύγει. Ξαπλώνει δίπλα του στο ίδιο κρεβάτι. Ο Βαν Γκογκ πεθαίνει έτσι, κοντά στον Τεό, γύρω στη μιάμιση τα ξημερώματα στις 28 Ιουλίου 1890.


"κοράκια στα σταροχώραφα" , 1890, ίσως η πνευματική και καλλιτεχνική του διαθήκη, αποκαλύπτει το υπαρξιακό δράμα του δημιουργού του.


Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Βινσεντ Βαν Γκογκ, επεισόδιο δεύτερο





κομμάτια και θρύψαλα, από μια προσπάθεια για ερωτική ζωή

Οι σιταποθήκες, τα χωράφια, τα δάση , οι μύλοι, τα καρότσια, όλα τα γεωργικά εργαλεία, τα μαγαζιά με τα ξυλοπάπουτσα, το σιδεράδικο δεν είχαν μυστικά για τον μικρό Βαν Γκογκ και τώρα ο νεαρός ζωγράφος, χάρις στις πρόσφατες σπουδές του στις Βρυξέλλες, μπορεί να τα καταγράψει με μεθοδικότητα και ευαισθησία.

Σ´ αυτή την περίοδο του γόνιμου έργου του «διαπράττει το σφάλμα» να ερωτευτεί. Αντικείμενο του έρωτα του,, η νεαρή ξαδέρφη του Κέις Βος, χήρα, γνωστή της οικογένειας, έχει αποφασίσει να μείνει πιστή στη μνήμη του συζύγου της και αρνείται τον έρωτα του Βαν Γκογκ. Ένας έρωτας που δοκιμάστηκε στη φωτιά, θα μπορούσαμε να πούμε, αν αναφερθούμε στο επεισόδιο κατά το οποίο ο Βαν Γκογκ είχε πάει στο Άμστερνταμ, στους γονείς της Κέι, και τους εκλιπαρούσε να το αφήσουν να δει την κόρη τους η οποία κρυβόταν. Μάλιστα θέλοντας να αποδείξει την αποφασιστικότητά του κράτησε τον χέρι του για αρκετή ώρα πάνω από τη φλόγα μιας λάμπας πετρελαίου, χωρίς αποτέλεσμα όμως.

Τον Ιανουάριο του 1882, μόλις 29 χρονών, στη γειτονιά του στη Χάγη, γνωρίζει μια άλλη γυναίκα, τη Χριστίνα. Τη συναντά στο δρόμο και στρέφει πάνω της τη δίψα του για αγάπη και το αίσθημα αυταπάρνησης που τον διακατέχει. Η Χριστίνα, η επονομαζόμενη Σιέν, είναι πόρνη. Ο Βαν Γκογκ φέρνει σπίτι του την έγκυο Σιέν μαζί με το πρώτο της παιδί. Την κάνει σύντροφό του και μοντέλο του. Η σχέση του με τη Χριστίνα δε θα κρατήσει πολύ, χωρίς να ευθύνεται εκείνος γι´ αυτό. Μετά τη γέννηση του δεύτερου γιού της εκείνη ξαναρχίζει να πίνει και οι προσπάθειες του Βαν Γκογκ δεν αρκούν για να τη σώσουν. Όταν εκείνος αποφασίζει να εγκατασταθεί στην εξοχή, η Σιέν δε θα τον ακολουθήσει.

πίνακας που απεικονίζει πιθανόν τη Σιέν



Λίγα χρόνια αργότερα, ο Βαν Γκογκ ξαναπαίρνει τους δρόμους. Ίσως να´ ναι ο θάνατος του πατέρα του και η επιθυμία του να βρεθεί κοντά στον αδερφό του. Έρχεται και εγκαθίσταται στο Παρίσι, αλλά η ανήσυχη φύση του τον ωθεί να αναζητήσει μια νέα πάλι περιπέτεια. Θα πάει λοιπόν στη Γαλλία και το νέο του αυτό ταξίδι θα είναι χωρίς επιστροφή. Τα δύο χρόνια που περνά στο Παρίσι είναι πλούσια σε συναντήσεις και ευνοούν σημαντικά την εξέλιξη του ύφους του. Είναι τα ευτυχισμένα χρόνια. Νιώθει πια μεγάλος ζωγράφος και μάλλον το ξέρει. Όμως δε σταματά την αναζήτηση….

Τη νύχτα, τα εσωτερικά των σπιτιών και οι δρόμοι και τοπία της Προβηγκίας έχουν ξεχωριστή σημασία και ιδιαίτερα χρώματα για το ζωγράφο. Όσοι τον είδαν, μ´ ένα καπέλο στολισμένο μ´ αναμμένα κεριά στο κεφάλι, να στήνει το καβαλέτο του στις όχθες του Ροδανού για να ζωγραφίσει την έναστρη νύχτα, θα κούνησαν το κεφάλι και θ´ αναρωτήθηκαν αν άξιζε τον κόπο. Σήμερα μπορούμε ν´ απαντήσουμε καταφατικά γιατί ξέρουμε ότι οι γεμάτες χρώματα νύχτες, όπως εκείνος μόνο μπορούσε να τις δει είναι αξεπέραστα ζωγραφικά τοπία.

Την εποχή εκείνη γράφει:


Και μοναδικός μου στόχος στη ζωή είναι να ζωγραφίζω και να σχεδιάζω,
όσο περισσότερο και όσο καλύτερα μπορώ. Έπειτα, στο τέλος της ζωής μου,
ελπίζω να φύγω κοιτάζοντας πίσω μου με αγάπη και τύψεις γεμάτες στοργή,
σκεπτόμενος: «Ω, τι θα μπορούσα να είχα ζωγραφίσει ακόμη!»

Από επιστολή της 19ης Νοεμβρίου 1883

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Βίνσεντ βαν Γκογκ , η διαδρομή μιας βασανισμένης μεγαλοφυΐας








Τα παιδικά και νεανικά χρόνια

Γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1853, στο Ζίντερτ, ένα μικρό χωριό της Ολλανδικής Βραβάντης.

Ως παιδί ο Βαν Γκογκ ήταν σιωπηλός και είχε κάτι παράξενο στη συμπεριφορά του. Γρήγορ
α φανέρωσε τον ονειροπόλο και δυσπρόσιτο χαρακτήρα του. Παρά τη μεγάλη του προσήλωση στην οικογένεια, που η ευαίσθητη φύση του είχε απόλυτη ανάγκη, ο μικρός Βίνσεντ προτιμούσε συχνά να μένει μόνος, κυρίως κατά τους μακρινούς περιπάτους του στις επίπεδες εκτάσεις της Ολλανδικής υπαίθρου. Του άρεσε να μελετά τα φυτά ή να παρατηρεί τις συνήθειες μικρών εντόμων. Το μόνο άτομο που του άρεσε να τον συνοδεύει σ´ εκείνους τους περιπάτους ήταν ο κατά τέσσερα χρόνια μικρότερος αδελφός του Τεό, που η συγγενική του ευαισθησία τον έκανε να τον νιώθει κοντά του και με τον οποίο θα διατηρούσε στενές επαφές σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Στο σχολείο δεν είχε καλή επίδοση και οι γονείς του ανησυχούσαν. Έτσι σταματά νωρίς τις σπουδές του.
Σε ηλικία 16 ετών και αφού είχε ήδη καταπιαστεί χωρίς επιτυχία με αρκετά επαγγέλματα, ασχολήθηκε για ένα διάστημα με το εμπόριο έργων τέχνης, στην εταιρεία Goupilator & Company, όπου τον επόμενο χρόνο προσελήφθη και ο αδελφός του Τεό βαν Γκογκ (Theo van Gogh). Το
1873, η εταιρεία τον μεταθέτει στο Λονδίνο και αργότερα στο Παρίσι. Την περίοδο αυτή, εντείνεται το ενδιαφέρον του για τη θρησκεία, επηρεασμένος εμφανώς και από την ιδιότητα του πατέρα του, που ήταν πάστορας.
Περνά μια βαθιά κρίση και αναζητά μια δύσκολη ισορροπία. Η οικογένεια αποφασίζει να ικανοποιήσει τη θρησκευτική του κλίση. Του παρέχει τα μέσα να εγκατασταθεί στο Άμστερνταμ, όπου θα παρακολουθήσει τα μαθήματα της θεολογικής σχολής, κι αν πράγματι το επιθυμεί, την ευκαιρία να γίνει πάστορας σαν τον πατέρα του και τον παππού του.

Ο Βαν Γκογκ δοκιμάζει νέα απογοήτευση. Παρουσιάζεται στις εισαγωγικές εξετάσεις τον Ιούλιο και αποτυγχάνει. Αντί να παραιτηθεί, αποφασίζει ν´ ακολουθήσει το δρόμο που διάλεξε στο «μεγάλο σχολείο της φτώχειας». Θα ασκήσει τα καθήκοντά του χωρίς επίσημο τίτλο και για το σκοπό αυτό πηγαίνει στο Λέκεν, κοντά στις Βρυξέλλες, σ´ ένα κέντρο εκπαίδευσης λαϊκών κηρύκων.
Κηρύτει για περίπου έξι μήνες επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ένδεια των ανθρώπων της περιοχής. Αυτή είναι και η περίοδος κατά την οποία ξεκινά να σχεδιάζει μικρά έργα και πιθανόν αποφασίζει να ασχοληθεί με την τέχνη. ( θα συνεχιστεί....)

"οι πατατοφάγοι" 1880


Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

Μάνος Χατζιδάκις

14 Χρόνια μετά



Fresco

Προχτές χάθηκα
Μέσα σε παγωμένες ευθείες
Τεμαχισμένες από καθέτους
Κι από τις δύο μεριές
Σκέτοι αριθμοί
Γυμνοί αριθμοί
Παράθυρα ανοιχτά
Χωρίς εσωτερικό
Και πίσω
Ένας ηλίθιος ουρανός
Μπογιατισμένος και φτηνός
Σαν γιορτινός στρατώνας
Με μια λεπίδα κοφτερήστη μέση
Και παγωμένη
Που τραγουδούσε βραχνά κι επίμονα


"Είμαι το φεγγάρι,

Είμαι το φεγγάρι..."

Προχτές χάθηκα

Κι οι φίλοι μου με βρήκαν

Κρεμασμένο

Σ' ένα ξερό κλαδί αγριοελιάς...

Μετέωρη απελπισία του καιρού μου

Με τις χιλιάδες μαρτυρίες Θανάτου

(Μ.Χατζιδάκι, Μυθολογία Δεύτερη)




"Αυτά περίπου που σας διηγήθηκα είναι τα τραγούδια μου. Καθώς καταλαβαίνετε δεν τα έγραψα για να διασκεδάσετε. Τα έγραψα για να τ' ακούσετε και για να κάνετε δικό σας ό,τι σας ταιριάζει ή ό,τι σας αρμόζει. T' άλλα αφήστε τα για τους άλλους και ό,τι περισσεύει για μένα.

Γιατί πρέπει να σας ομολογήσω πως τα τραγούδια μου τα 'γραψα για να συμπληρώσω τα κενά της προσωπικής μου ζωής. Γι αυτό και η ευαισθησία μου στον τρόπο που τα αποδέχεστε.

Προσοχή! Μη με πληγώσετε παίρνοντας αυτό που σας ανήκει".
(Μάνος Χατζιδάκις)





Τι ζητάς Αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά
Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς

Τι ζητάς Αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ’ του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές

(ποίηση: Ν.Γκάτσος, μουσική: Μάνος Χατζιδάκις)

Ο Μίκης Θεοδωράκης για το Μάνο Χατζιδάκι:




«Μετά τον Εμφύλιο ο Χατζιδάκις ήταν ήδη πολύ γνωστός κυρίως από τις μουσικές που έγραψε για το θέατρο.

Οταν ξεκινούσε με τον Κάρολο Κουν, με τον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα, στα 1948, δεν μπόρεσα να αντισταθώ και πήγαμε με τη Μυρτώ στην πρεμιέρα. Ημουν παράνομος και κινδύνευα την ίδια τη ζωή μου. Καθήσαμε στα πίσω καθίσματα, για να κρύβομαι, και μαγεμένος από τη θεσπέσια μουσική του τού έστειλα ένα μικρό σημείωμα που το είχε φυλάξει και μου το έδειχνε συχνά με μεγάλη πάντα συγκίνηση. ...

Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί σήμερα την ιδιαιτερότητα εκείνων των καιρών. Πόσο ο θάνατος σεργιανούσε στις γειτονιές της Αθήνας και πόσο διακινδύνευες αν τύχαινε να βοηθήσεις κάποιον... μελλοθάνατο. Και ο Μάνος ήταν από τους λίγους που στην περίπτωσή μου δεν φοβήθηκε τις συνέπειες. Μου άνοιξε το μικρό του σπίτι στο Παγκράτι και με έκρυβε συστηματικά. Πόσο όμορφες ήταν εκείνες οι μέρες που ο θάνατος καιροφυλακτούσε, όμως εμείς - ίσως γι' αυτό - παίζαμε αμέτρητες ώρες στο πιάνο τις συνθέσεις μας, ανταλλάσσαμε απόψεις και όνειρα, επιθυμίες και σχέδια, αδιαφορώντας αν μια στιγμή αργότερα όλα θα είχαν τελειώσει»



Ο Μάνος Χατζιδάκις και

Οι Έξι λαϊκές ζωγραφιές

Oι Όρνιθες, και Η Μυθολογία (1966)
Ο κύκλος με την κιμωλία και η Οδός Ονείρων
Το "Ποτέ την Κυριακή" (1960)και το "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε"
Το καταραμένο φίδι και Ο κύκλος του C.N.S
Οι Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή Γη
Το "Αμέρικα Αμέρικα" και το "Topkapi"
Ο Ματωμένος Γάμος και το Παραμύθι χωρίς όνομα
Reflections
Ο Μεγάλος Ερωτικός , και το Sweet Movie
Ο Οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης
Τα πέριξ
Ο σκληρός Απρίλης του '45
Τα παράλογα και Η εποχή της Μελισσάνθης
Για την Ελένη
Η Πορνογραφία , Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς και Τα τραγούδια της αμαρτίας

...
O Mάνος Χατζιδάκις της αγάπης,

του Κεμάλ, της Αθανασίας, της Τζοκόντας...


(23 Οκτωβρίου 1925 – 15 Ιουνίου 1994)


Επί του πιεστηρίου!; (που λέγαμε!)

Πολύ ενδιαφέροντα τα αφιερώματα στο Μάνο Χατζιδάκι των διαδικτυακών φίλων:

http://roadartist.blogspot.com/
http://samafoti.blogspot.com/

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Λίγο μετά τις εξετάσεις,



λίγο πριν από τις διακοπές



ακόμα κάποιες εκδηλώσεις του ευρύτερου «χώρου» μας!



Το ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΔΡΟΜΟΥ, μια πρωτοβουλία του Δήμου της Καλλιθέας διοργανώνει
ΓΙΟΡΤΗ ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΗΣ ΛΥΚΕΙΩΝ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ
την Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008, στο 2ο Λύκειο Καλλιθέας (Αγία Ελεούσα), ώρα:21:00


(διπλό αριστερό "κλικ" για μεγέθυνση)


και γκράφιτι
και ροκάδες,
εκεί!

Σε διάφορες μπάντες συμμετέχουν -φυσικά- και δικοί μας μαθητές!


Και για όσους αισθάνονται
ότι τους έλειψαν οι θεατρικές παραστάσεις:

Μία βόλτα στην Παλιά Κοκκινιά, το Σάββατο, 21 Ιουνίου 2008, ώρα 20:30 θα τους καλύψει!



Η θεατρική ομάδα του 10ου Γενικού Λυκείου Πειραιά σας καλεί το Σάββατο 21 Ιουνίου και ώρα 8.30 μ.μ στην αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου (Κεχαγιά 6, Παλιά Κοκκινιά) να παρακολουθήσετε το έργο του Δημήτρη Ψαθά «Ένας βλάκας και μισός».

Σε κάποια από τις εκδηλώσεις θα συναντηθούμε!

Φωτογράφοι, τις μηχανές σας
τις μπαταρίες σας ,
τα φιλμ σας (για τους επιμένοντες καλλιτέχνες)!


Και κάτι ακόμη:



Ευχαριστούμε πολύ όσους
με το πολύ ενδιαφέρον υλικό τους, τις σκέψεις τους, τα κείμενά τους
«πλούτισαν» τις «περιβαλλοντικές ημέρες» μας.


Με την ελπίδα ότι πάντα κάτι μένει,


;;;